γράφει η Fay Schopen για τον Guardian

Ήταν στα μέσα του Νοέμβρη του 1985 και εγώ ήμουν 10 χρονών. Όταν αποχαιρέτησα τη μαμά μου εκείνο το βράδυ, δεν είχα ιδέα πως θα ήταν η τελευταία φορά που την έβλεπα. Ήταν επίσης η τελευταία φορά που έβλεπα το σπίτι μας, τη γάτα μας, και όπως αποδείχτηκε, αυτό θα σήμαινε και το τέλος της παιδικής μου ηλικίας. Πες αντίο στη μαμά σου, μου είπε ο ευγενικός τραυματιοφορέας. Την αγκάλιασα από τη μέση και το έκανα. Δεν της είπα πως την αγαπούσα. Δεν είπα πολλά. Πίστευα πως θα επέστρεφε, όπως έκανε πάντα.

Τριάντα χρόνια αργότερα, έχω ακόμη χαραγμένη στη μνήμη μου τη βιαιότητα εκείνης της στιγμής. Σήμανε τη μετάβαση από την ασφάλεια και την ανέμελη ζωή που γνώριζαως παιδί στον αβέβαιο κόσμο της ενηλικίωσης, όπου συμβαίνουν τυχαία και σκληρά πράγματα. Ένας κόσμος στον οποίο βρισκόμουν ουσιαστικά μόνη μου.

Η μητέρα μου, όπως αποδείχτηκε, είχε καρκίνο του μαστού. Ήταν 32 όταν έλαβε τη διάγνωσή της και με μεγάλωνε μόνη της. Αργότερα ανακάλυψα πως το είχε εκμυστηρευτεί σε ένα μόνο ακόμη άτομο, αλλά ούτε και σε εκείνο είχε αποκαλύψει το πόσο άρρωστη ήταν. Ίσως να μην το ήξερε. Μου έκρυψε το ότι έκανε μαστεκτομή και τους κύκλους της χημειοθεραπείας που ακολούθησαν. Σήμερα μου φαίνεται ασύλληπτο – έχοντας και γω υποβληθεί σε διπλή μαστεκτομή και χημειοθεραπεία, σε ηλικία 36 ετών, αφού κληρονόμησα τα γονίδια της μητέρας μου. Μου είπε πως πήγαινε συχνά στο νοσοκομείο επειδή της πονούσε ημέση. Όσο για την απώλεια των μαλλιών της, φορούσε περούκα και θυμάμαι να ανησυχεί μήπως την πάρει ο αέρας – αλλά δεν θυμάμαι πώς τη δικαιολόγησε.

Εκείνη τη νύχτα του Νοέμβρη ήταν 35. Έπαθε μια άσχημη ρινορραγία που δεν σταματούσε. Παρενέργεια της χημειοθεραπείας, πλέον το γνωρίζω. Καθόταν στην άκρη του κραβτατιού προσπαθώντας να σταματήσει το αίμα που έτρεχε και μου είπε πως θα ήταν καλύτερο να πάει στο νοσοκομείο, για παν ενδεχόμενο. Συνεννοήθηκε με μια φίλη της να έρθει να με πάρει. Δύο άντρες έφτασαν στο μικρό μας διαμέρισμα με φορείο. Έκαναν λίγο χαβαλέ, επειδή η μητέρα μου φυσικά δεν ήθελε να τη μεταφέρουν με το φορείο. Περπάτησε λοιπόν μαζί τους ως το ασθενοφόρο. Πέθανε στο νοσοκομείο τρεις ημέρες αργότερα.

Δεν μπορώ να θυμηθώ πώς ένιωσα εκείνο το βράδυ, αλλά ως ενήλικας μου φαίνεται τρομακτικό. Η ζωή όμως ήταν διαφορετική τον τελευταίο καιρό. Η γιαγιά μου, η μητέρα της, η οποία τη βοήθησε να με μεγαλώσει, είχε πεθάνει πριν από δύο μήνες και εγώ βρέθηκα σε έναν παράξενο κόσμο όπου ήμουν πια σχεδόν ενήλικας. Με εμπιστευόταν και με άφηνε μόνη στο σπίτι για λίγη ώρα. Όσο ήταν σπίτι, η μαμά μου συχνά βρισκόταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι και γω τριγυρνούσα μέσα στο διαμέρισμα ως αργά το βράδυ, χωρίς καμία έγνοια, μόνη μου.

Φυσικά και δεν ήμουν ακόμη ενήλικας. Ο θάνατος της μητέρας μου ήταν ένα γεγονός που με συγκλόνισε. Με έκανε όμως και αυτό που είμαι σήμερα. Από μικρή ήξερα πως η ζωή είναι άδικη και γεμάτη ανατροπές. Η απώλεια ήταν ο λόγος που παντρεύτηκα – και γρήγορα χώρισα – στα 30 μου, ο λόγος που βρέθηκα σε μια σχέση έξι ετών με κάποιον που δεν ανταποκρινόταν καθόλου στις ανάγκες μου. Ήταν ο λόγος που πήγα στο πανεπιστήμιο και έγινα δημοσιογράφος. Η αγάπη μου για τις λέξεις οφείλεται σίγουρα στη μητέρα μου, η οποία ήταν φανατική αναγνώστρια και μου έμαθε να διαβάζω προτού πάω σχολείο. Σήμερα, είμαι ανεξάρτητη, δυνατή και συχνά ασυμβίβαστη.

Η θλίψη δεν είναι γραμμική. Χτυπά σε ακατάλληλες στιγμές. Σε ένα πάρτι στην αρχή της εφηβείας μου διάβασα ένα μήνυμα στην κάρτα γενεθλίων της συμμαθήτριάς μου. Έλεγε κάτι τέτοιο: «Χρόνια πολλά γλυκιά μου, σε αγαπάμε πολύ, πάρα πολύ. Με αγάπη η Μανούλα και ο Μπαμπάκας». Ξέσπασα σε κλάματα, γιατί συνειδητοποίησα πως εμένα δεν θα με αγαπούσε ποτέ ξανά κανείς με αυτό τον τρόπο. Ήταν μεγάλο το πλήγμα σε εκείνο το πάρτι. Δεν είναι να απορείς που δεν είχα πολλούς φίλους.

Σήμερα, θρηνώ για άλλες απώλειες. Δεν γνωρίζω την άποψή της για τον κόσμο μας, για μένα. Ποτέ μου δεν θα μπορέσω να κάνω μια ενήλικη συζήτηση μαζί της, πίνοντας παρέα της ένα ποτήρι κρασί. Έχουν χαθεί πολλά, για πάντα. Τώρα όμως είμαι 40 και είμαι ξανά ερωτευμένη. Εγώ και ο σύντροφός μου έχουμε εντυπωσιαστεί από το πόσο τυχεροί είμαστε και πολλά βράδια καθόμαστε και λέμε ο ένας στον άλλον ιστορίες από τη ζωή μας και έτσι βρέθηκα να ξαναζώ εκείνη τη στιγμή για αυτόν. Αυτή τη φορά όμως είναι διαφορετικά. Μου πήρε χρόνια για να καταλάβω πως η αγάπη και η ασφάλεια που αποζητούσα τόσο καιρό κρύβονταν μέσα μου. Θα μου λείπει πάντοτε η μητέρα μου και θα κουβαλώ πάντοτε στη μνήμη μου τη στιγμή που βγήκε από την πόρτα και δεν ξαναγύρισε. Τώρα όμως, τρεις δεκαετίες μετά, ξέρω πως μπορώ να ζήσω με αυτό.

πηγη: eimaimama.gr

Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πήγη, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.
Loading...
loading...