Τη συνάντησα για πρώτη φορά πίσω από τα κάγκελα της πόρτας του νηπιαγωγείου. Τα μεγάλα της μάτια είχαν μια θλίψη. Τη γνώρισα καλύτερα μέσα σε κείνη τη χρονιά αλλά και τα επόμενα δώδεκα χρόνια, στο δημοτικό, στο γυμνάσιο και στο λύκειο.

Χωρίς να γίνουμε ποτέ κολλητές είχαμε ένα περίεργο κώδικα επικοινωνίας. Την ώρα που οι θετές μαμάδες μας κουβέντιαζαν για λίγο όρθιες στο δρόμο κι εμείς “κάτω από τη μύτη τους” λέγαμε τα δικά μας. Αλλά είχαμε μια διαφορά σημαντική με αυτό το κορίτσι που “στοιχείωνε” για χρόνια τις κουβέντες μας. Εμένα η μάνα που με γέννησε, πέθανε κι η δική της ζούσε δύο στενά πιο πάνω έχοντας αλλά τρία παιδιά. Κι η παιδική μου φίλη πολλές φορές με ρώτησε με τα ματάκια βουρκωμένα : “ήμουνα κακό παιδί και με έδωσε εμένα;” Ποτέ δεν της απάντησα γιατί δεν ήξερα τι να πω.

Η φίλη μου φαινόταν να ζει μια περίπου κανονική ζωή με δύο γονείς μεγάλης ηλικίας και πολλών απαιτήσεων από το “αποκούμπι” τους. Χωρίς φίλους, συγγενείς και χωρίς πολλές πολλές σχέσεις. Το παιδί έπαιζε συνήθως μόνο του, στα σκαλοπάτια του σπιτιού τους.

Ήταν ένα έξυπνο παιδί η φίλη μου. Πήγε δημοτικό, γυμνάσιο, λύκειο ήταν μέτρια μαθήτρια αλλά θα μπορούσε αν είχε και “αέρα” – όπως έλεγε η συγχωρεμένη η μητέρα μου τη στήριξη- να γίνει και πολύ καλύτερη. Αλλά γιατί άλλωστε; Της είχε γίνει σαφές με όλους τους τρόπους πως δεν υπήρχε περίπτωση να απομακρυνθεί από τη μικρή επαρχιακή κωμόπολη, γιατί είχε να “γηροκομήσει” τους υπερήλικες πια γονείς της. Ποτέ δε μας είπε για τα όνειρα της, ποτέ δεν ήρθε σε μια εκδρομή ή σε ένα πάρτι.

Φεύγοντας για σπουδές την “αφήσαμε” πίσω και χαθήκαμε για κάποια χρόνια. Μαθαίναμε νέα της από τους γονείς μας κι έτσι μάθαμε για ένα γάμο στα γρήγορα για να προλάβουν το θάνατο του πατέρα της.

Στη συνάντηση των 30 χρόνων από την αποφοίτηση το κορίτσι δεν ήρθε. Δεν είχε έρθει άλλωστε και πουθενά αλλού. Είχε τρία καλά παιδιά που είχαν μεγαλώσει και η ίδια έπασχε από καρκίνο. Την εποχή που έδινε τη μάχη της έχασε ξαφνικά το σύζυγο.

Εκείνες τις μέρες σε μια δική μου επιστροφή – προσκύνημα στον τόπο που μεγάλωσα- τη συνάντησα τυχαία εκεί που συναντιόμαστε παλιά με τις μαμάδες μας. Βιαζόμουν. Χαιρετηθήκαμε με κοίταξε πάντα με τα θλιμένα μάτια και μισό χαμόγελο, μου έπιασε το χέρι και μου είπε : έλα στο σπίτι, πάμε να πιούμε ένα καφέ.

Της είπα ότι βιαζόμουν και ότι σίγουρα θα πήγαινα την επόμενη φορά. Το σκέφτηκα λίγες μέρες αργότερα όταν έμαθα ότι είχε “ταξιδέψει” για τους ουρανούς. Θα το μετανοιώνω και θα το θυμάμαι πάντα όπως θα θυμάμαι και τη θλίψη στα μάτια της. Αυτή που μια ολόκληρη ζωή δεν κατάφερε να της πάρει.

πηγη: mariastetradio.blogspot.com

Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πήγη, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.
Loading...
loading...