Μαζί με την αδελφή της, τη Μαργαρίτα, αποτέλεσαν ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα καλλιτεχνικά ντουέτα, καθώς εμφανίστηκαν σε αρκετές ταινίες τραγουδώντας και χορεύοντας.  Ψηλή, ξανθιά με ευρωπαϊκό… αέρα, η Ερρικα Μπρόγιερ έχει κληρονομήσει την αυστριακή αρχοντιά της μητέρας της, και δηλώνει ότι στα πρώιμα επαγγελματικά σχέδιά της είχαν θέση οι… αιθέρες – αφού ήθελε να γίνει αεροσυνοδός.

Η τραγουδίστρια μιλά στην «Espresso» για τον δεύτερο άγνωστο -στο ευρύ κοινό- γάμο που έκανε, τον οποίο κατάφερε να κρατήσει μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Αναπολεί τα όμορφα χρόνια που τραγουδούσαν με τη Μαργαρίτα στα Αστέρια Γλυφάδας έχοντας ως θαμώνες στα πρώτα τραπέζια τον Αριστοτέλη Ωνάση και τη Μαρία Κάλλας, τον JFK και την Τζάκι, αλλά και τον σπουδαίο Ρούντολφ Νουρέγιεφ.

Η γνωριμία

Φυσικά δεν θα μπορούσε να μη μοιραστεί μαζί μας στιγμές από το μεγάλο κεφάλαιο της ζωής της που ακούει στο όνομα Κώστας Βουτσάς. Αποκαλύπτει πώς γνώρισε τον αιώνιο έφηβο του κινηματογράφου, περιγράφει άγνωστες πτυχές του χαρακτήρα του κι εξηγεί γιατί ακόμη και σήμερα οι δυο τους αγαπιούνται βαθιά. Αλλωστε, η Ερρικα ήταν παρούσα στον πρόσφατο τέταρτο γάμο του ηθοποιού με την εγκυμονούσα Αλίκη Κατσαβού, καθώς αποδέχτηκε την πρόσκληση του ζευγαριού, ώστε να σταθεί δίπλα τους αυτή την ευτυχισμένη μέρα.

Μιλάει ακόμη για την κόρη της, τη Σάντρα, και περιγράφει πώς βίωσε το κορίτσι τον χωρισμό των γονιών του, ενώ ήταν ακόμη μαθήτρια. Μεταξύ άλλων εξηγεί γιατί φωνάζουν τη σκυλίτσα τους Φρίτσι και ποιο γνωστό συγγενικό της ζευγάρι σοκαρίστηκε όταν του ανέφερε το όνομα.

Πάνω απ’ όλα όμως η Ερρικα Μπρόγιερ -ή Μαστραπά, όπως ήταν το επώνυμο του μπαμπά της- μοιράζεται μαζί μας αναμνήσεις που στοιχειοθετούν μια από τις αθώες και παράλληλα λαμπερές εποχές του θεάματος στη χώρα μας.

Κυρία Μπρόγιερ, πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;
Εγώ και η Μαργαρίτα γεννηθήκαμε στην Αυστρία, μέναμε σε μια μικρή πόλη, το Στάιερ, αλλά όταν ήμουν επτά ετών κι η αδερφή μου τεσσεράμισι φύγαμε για τη Γενεύη κι από εκεί, με αεροπλάνο, για Ελλάδα. Ο πατέρας μας Αριστοτέλης Μαστραπάς ήταν ηθοποιός και μας έπαιρνε μαζί του τα καλοκαίρια σε διάφορες περιοδείες, σε θιάσους που θύμιζαν τα μπουλούκια. Πηγαίναμε εσώκλειστες σε καθολικό σχολείο, στα Λουτρά της Τήνου, όπου δίδασκαν καλόγριες. Κάποια στιγμή, όμως, φύγαμε για την Αφρική, γιατί είχαμε εκεί συγγενείς, προσπαθήσαμε να βολευτούμε κάπου για να δουλέψουν οι γονείς μας. Και πάλι όμως επιστρέψαμε στην πατρίδα. Ο μπαμπάς ήταν καλόβολος. Τη μαμά μας την έλεγαν Φρειδερίκη και τη φωνάζαμε Φρίτσι. Ολοι λένε ότι της μοιάζω.

Από εκείνη πήρε το όνομά της η άλλη… «κόρη» σας; (Σ.σ.: η σκυλίτσα της.)
Η κόρη μου, η Σάντρα, επειδή αγαπούσε πολύ τη γιαγιά της, μου είχε πει ότι όταν θα έπαιρνα κι άλλο σκύλο θα του έδινε το όνομα της μαμάς μου. Οταν το άκουσε ο Βουτσάς, μας κορόιδευε και μας αποκαλούσε «οι τρελές! Το όνομα της μάνας της έδωσαν στον σκύλο». Κάποια στιγμή η αδελφή μου έκανε μια επέμβαση σε ιδιωτικό θεραπευτήριο και περιμέναμε να τελειώσει το χειρουργείο στο καφέ του νοσοκομείου, μαζί με την ανιψιά μου Κρίστυ Τσολακάκη και τον σύζυγό της Νίκο Χατζηνικολάου. Είχαν ήδη περάσει δυο χρόνια από τον θάνατο της μητέρας μου και, όπως μιλούσαμε, είπα: «Η Φρίτσι χθες μου έκανε νοήματα ότι θέλει να βγει έξω». Τους βλέπω λοιπόν που κοιτάζονταν έντονα, νομίζοντας ότι τα έχασα! Εγώ όμως κατάλαβα και τους είπα: «Η Σάντρα ήθελε να δώσουμε στο σκυλάκι το όνομα της γιαγιάς της».

Γιατί αλλάξατε το επώνυμό σας;
Το «Μαστραπά» δεν άρεσε στους υπευθύνους της παραγωγής της πρώτης μας ταινίας. Μας ρώτησαν «πώς θα σας βάλουμε στους τίτλους;» κι εγώ απάντησα «Ερρικα και Μαργαρίτα». Εκείνοι, όμως, επέμεναν ότι έπρεπε να βάλουμε και επώνυμο, αλλά το επώνυμο του μπαμπά δεν τους άρεσε. Τότε ζήτησαν να μάθουν πώς λένε τη μαμά και τους είπαμε «Μπρόγιερ». «Αυτό θα βάλουμε!» απάντησαν.

Ποιος ήταν ο πιο αυστηρός από τους δύο γονείς σας;
Η μητέρα μας ερχόταν μαζί μας σχεδόν κάθε βράδυ. Μας είχε από κοντά. Ο πατέρας δεν ακολουθούσε πλέον το επάγγελμα του ηθοποιού γιατί, όταν επιστρέψαμε από την Αφρική, είχαμε λίγο περισσότερη οικονομική άνεση. Χαιρόταν, όμως, όταν μας έβλεπε στο θέατρο. Στάθηκε δίπλα μας και δεν έφερνε αντιρρήσεις.

Πώς μπήκατε στον καλλιτεχνικό χώρο;
Ξεκινήσαμε τις εμφανίσεις μας από ένα κέντρο. Τραγουδούσαμε σε ένα αμερικανικό κλαμπ στη Γλυφάδα, απέναντι από τα Αστέρια, όπου διασκέδαζαν οι οικογένειες των Αμερικανών τα απογεύματα, και το πρώτο όνομα ήταν ο Γιάννης Βογιατζής. Κάποιος του μίλησε για εμάς και έτσι χωθήκαμε στο μουσικό πρόγραμμα μια δυο φορές την εβδομάδα. Στην πρώτη μου εμφάνιση εγώ ήμουν γύρω στα 17.

Τι είχατε σπουδάσει;
Χορό, μουσική και φωνητική.

Δεν θέλατε να πάτε σε κάποιο πανεπιστήμιο;
Στην αρχή, όταν ήρθαμε από την Αφρική, λέγαμε να συνεχίσουμε και να τελειοποιήσουμε τα γαλλικά μας, που τα είχαμε μάθει στις καλόγριες, αφού το σχολείο ήταν ελληνογαλλικό. Γνωρίζαμε ήδη και αγγλικά. Η μαμά μας, ως Αυστριακή, μιλούσε γερμανικά, όταν ήρθαμε εδώ όμως μας απευθυνόταν στα ελληνικά για να τα μάθει εκείνη. Εκανε και ιδιαίτερα μαθήματα. Κάποια στιγμή αρχίσαμε να ξεχνάμε τα γερμανικά, η αδελφή μου τελείως, εγώ ακόμη τα καταλαβαίνω, αλλά δεν μπορώ να μιλήσω. Θέλαμε να γίνουμε αεροσυνοδοί, για να έχουμε μια σίγουρη δουλειά, αλλά μετά έτυχε η ευκαιρία στα Αστέρια. Να πω ότι δεν είχαμε σκοπό να ασχοληθούμε με τα καλλιτεχνικά, αν κι εγώ έκανα παραστάσεις για τα άλλα παιδιά από μικρή.

Ξεκινήσατε, λοιπόν, ως παιδιά – θαύματα;
Στην αρχή δεν κάναμε τίποτα. Ηρθε ο διευθυντής από τα Αστέρια με τον μαέστρο και μας είδαν ότι ψιλοτραγουδούσαμε, ήμασταν νόστιμες, μικρές, τους κάναμε. Υπογράψαμε, λοιπόν, και πιάσαμε δουλειά. Τουλάχιστον έναν χρόνο κάναμε φωνητικά στον Γιάννη Βογιατζή, τον πλαισιώναμε. Μετά, σιγά σιγά, αρχίσαμε να λέμε ένα δυο τραγούδια, στη συνέχεια περισσότερα και δυόμισι χρόνια αργότερα μας κάλεσε ο Μίμης Τραϊφόρος και μας πρότεινε να πάμε στο Βέμπο. Εκεί αρχίσαμε το θέατρο κι από την πρώτη στιγμή κάναμε εντύπωση.

Τα εντυπωσιακά κοστούμια σας συζητήθηκαν εκείνη την εποχή…
Υπήρχαν δύο αδελφές, οι Κέσλερ. Τότε είχαμε κάτι τζουκ μποξ που, όταν έριχνες κέρμα για κάποιο τραγούδι, σου έδειχνε και τι φορούσαν οι καλλιτέχνες, κάτι σαν βιντεοκλίπ της εποχής. Βάζαμε τις Κέσλερ κι ό,τι φορούσαν το φτιάχναμε κι εμείς. Την πρώτη φορά είπαμε κι ένα τραγούδι τους και… πέτυχε η μαγιά. Τα κοστούμια μας τα ράβαμε σε μοδίστρες, γιατί δεν είχαμε χρήματα. Οταν, όμως, «πιαστήκαμε», πήγαμε σε πολλούς σχεδιαστές και μας έραψαν ρούχα. Μεταξύ αυτών ήταν ο Φιλήμων, ο Γιάννης Τσεκλένης, ο Γιάννης Βούρος, αλλά και άλλοι μόδιστροι υψηλής ραπτικής.

Τα κοστούμια αυτά τα έχετε κρατήσει;
Τα περισσότερα τα έχουμε χαρίσει, άλλα τα πουλήσαμε. Εγώ έχω στην κατοχή μου δυο τρία κομμάτια, έτσι, αναμνηστικά.

Ο πατέρας μας ήταν ηθοποιός και μας έπαιρνε μαζί του σε περιοδείες, σε θιάσους που θύμιζαν τα μπουλούκια. Πηγαίναμε εσώκλειστες σε καθολικό σχολείο, στα Λουτρά της Τήνου

Πόσα χρόνια ήσασταν στο τραγούδι;
Μπορώ να πω και 50 χρόνια. Τότε οι αμοιβές δεν ήταν μεγάλες. Το πρόγραμμά μας ήταν πολύ φορτωμένο, γι’ αυτό κι αποφεύγαμε τις ταινίες, που γυρίζονταν πρωί, αλλιώς θα είχαμε κάνει περισσότερες. Σκεφτόμασταν, όμως, ότι τελειώνοντας από το νυχτερινό κέντρο θα έπρεπε να πάμε στο σπίτι το πρωί, στη συνέχεια στα γυρίσματα, μετά θέατρο και πάλι στο μαγαζί! Κι όλο αυτό κάθε μέρα! Οπότε κρατήσαμε τις παραστάσεις και τις live εμφανίσεις.

Είχατε μοιράσει τους… ρόλους στο ντουέτο;
Ναι, η Μαργαρίτα ήταν καλύτερη από μένα στις δημόσιες σχέσεις. Εγώ ήμουν επί του καλλιτεχνικού: Ποια τραγούδια θα πούμε, σε ποια σειρά. Τη σκηνοθεσία του δωδεκαλέπτου μας πάνω στη σκηνή την έφτιαχνα εγώ.

Κάποια στιγμή το δίδυμο Μπρόγιερ «έσπασε» και συνεχίσατε μόνη σας.
Ναι, η αδελφή μου κάποια στιγμή αρρώστησε κι όσο καιρό έμεινε εκτός ανακάλυψε ότι ήθελε να κάνει άλλα πράγματα, να ανοίξει μια μπουτίκ. Και το έκανε! Κάθε σεζόν μού έλεγε ότι από την επόμενη θα δουλέψουμε μαζί, αλλά αφοσιώθηκε στη βιοτεχνία της και στα μαγαζιά της και τότε κατάλαβα ότι δεν θα επέστρεφε στη σκηνή.

Τι θα σας μείνει αξέχαστο από εκείνες τις εποχές στο θέατρο και στα κέντρα;
Οταν δουλεύαμε στα Αστέρια η Κάλλας και ο Ωνάσης κάθονταν δίπλα μας, αλλά εμάς… σκοτούρα μας! Δεν καταλαβαίναμε γιατί ήμασταν πιτσιρίκες και τότε θέλαμε να πάμε για μπάνιο με τ’ αγόρια. Ηταν όμως ευγενέστατος. Πού να ξέραμε ότι κάποια στιγμή θα μας ρωτούσαν και θα λέγαμε ότι γνωρίσαμε την Κάλλας, τον Ωνάση, τον Νουρέγιεφ, τον Κένεντι, την Τζάκι, τους μεγάλους ποιητές μας Γιάννη Ρίτσο και Νίκο Γκάτσο. Καταλαβαίνεις ότι σ’ εκείνη την ηλικία, επειδή είχαμε στερηθεί πολλά στην Αφρική, είχαμε τον νου μας να βγούμε να χορέψουμε με αγόρια, να πάμε με το κότερο βόλτα, να διασκεδάσουμε σε πάρτι.

Ο έρωτας, πάντως, ήρθε στον κινηματογράφο.
Ναι, με τον Κώστα Βουτσά. Γνωριστήκαμε στα «201 καναρίνια». Στην επίσημη πρεμιέρα της ταινίας καθόταν πίσω μου και στο διάλειμμα έκανε χιούμορ λέγοντάς μου «πώς και δεν έχεις πάρει το Οσκαρ ακόμα;» Μετά την εκδήλωση πήγαμε στο σπίτι του παραγωγού του φιλμ Τζέιμς Πάρις, όπου έκανε ένα μικρό πάρτι. Εκεί γνωριστήκαμε και μιλήσαμε για πρώτη φορά. Νωρίτερα, βέβαια, τον είχα δει που ερχόταν στα Αστέρια με κοπέλες και χόρευε. Ολο κοντά μου βρισκόταν! Στη συνέχεια δουλέψαμε εμείς στο Βέμπο κι εκείνος απέναντι σε ένα θέατρο που λεγόταν «του Σαμαρτζή». Πήγαινα εγώ εκεί στα διαλείμματά μας, ερχόταν εκείνος σ’ εμένα στο δικό του και κάπως έτσι ξεκίνησε το ειδύλλιο.

Υστερα από πόσα χρόνια παντρευτήκατε;
Μείναμε απλά ζευγάρι δυο χρόνια και μετά κάναμε τον γάμο. Αμέσως ήρθε και η Σάντρα, κι ο Κώστας έφυγε σε τουρνέ. Οταν τον παντρεύτηκα ήμουν 22 χρονών.

Δεν αποφασίσατε, όμως, να κάνετε και δεύτερο παιδί…
Ξέρεις πώς δουλεύαμε; Δεν μπορείς να φανταστείς! Ο Κώστας έκανε πολλές ταινίες κι επειδή πρωταγωνιστούσε είχε σχεδόν κάθε μέρα γύρισμα. Εγώ και η Μαργαρίτα τραγουδούσαμε μόνο στα φιλμ, δεν παίζαμε σε όλη τη διάρκεια, οπότε οι δικές μας λήψεις κρατούσαν μια δυο μέρες. Εκείνος λοιπόν έφευγε το πρωί, επέστρεφε, μετά είχε θέατρο, το ίδιο και εμείς, ακολουθούσε το κέντρο όπου τραγουδούσαμε, εκείνος έβγαινε με τους φίλους του κι έτσι αρχίσαμε να μη βλεπόμαστε.

Υπήρχαν κάποια σημάδια που έδειχναν το τέλος του γάμου, τα οποία θα μπορούσατε να έχετε αντιληφθεί εγκαίρως;
Ισως αν ήμουν πιο μεγάλη σε ηλικία να ήταν αλλιώς τα πράγματα. Οταν ήρθαμε από την Αφρική, ήμασταν άβγαλτες και άπειρες, παρά την όχι και τόσο μικρή ηλικία μας.

Με τον Βουτσά γνωριστήκαμε στα «201 καναρίνια». Στην πρεμιέρα καθόταν πίσω μου και στο διάλειμμα έκανε χιούμορ λέγοντάς μου «πώς και δεν έχεις πάρει το Οσκαρ ακόμα;»

Τη Σάντρα τη μεγάλωσαν οι γιαγιάδες;
Οχι ήταν μαζί μας, είχαμε γυναίκα στο σπίτι. Βοηθούσαν βέβαια και οι δύο γιαγιάδες και τα καλοκαίρια την έπαιρναν, αλλά θέλαμε να είναι μαζί μας.

Σας έκανε ποτέ παράπονα ότι της λείπατε;
Ποτέ, όμως εγώ την καταλάβαινα. Ηταν «κλειστό» παιδί, κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, αλλά τι να κάναμε; Οταν μπεις σε αυτόν τον κύκλο, πρέπει να κάνεις υποχωρήσεις, δεν ξεμπλέκεις εύκολα.

Είναι όμως μια σχέση ζωής αυτή με τον Κώστα Βουτσά.
Τώρα δεν είναι έρωτας, είναι αληθινή αγάπη. Οταν τον βλέπω, συγκινούμαι, θυμάμαι τα νιάτα μου μαζί του, πόσο ωραία περάσαμε, αλλά και δύσκολα. Ημασταν έξι χρόνια παντρεμένοι.

Πώς αισθανόσασταν όταν τον βλέπατε να αγκαλιάζει άλλες γυναίκες στις ταινίες; Υπήρχε ζήλια κι αν ναι ποιος ζήλευε περισσότερο;
Ο Κώστας ζήλευε περισσότερο και χωρίς λόγο, τώρα δεν ξέρω αν εξακολουθεί να είναι ζηλιάρης.

Πώς είναι ως χαρακτήρας ο Κώστας Βουτσάς;
Είναι αρκετά δύσκολος άνθρωπος, έχει όμως και πάρα πολλά καλά. Επειδή τον αγαπούσα και με αγαπούσε, ξεπερνούσαμε τα όποια εμπόδια. Ημουν νέα, δεν ήξερα από νοικοκυριό, ούτε να μαγειρεύω, μιλήσαμε και χωρίσαμε όμορφα. Η Σάντρα δεν είχε καταλάβει τίποτα. Επέστρεφε από το σχολείο και μου έλεγε «είπαν ότι χωρίσατε με τον μπαμπά». Ο Κώστας όμως ερχόταν σπίτι, τρώγαμε, τη διάβαζε. Οταν μεγάλωσε, της εξηγήσαμε, αλλά εκείνη επέμενε να φέρει ο μπαμπάς της τα πράγματά του πίσω. Κάποια στιγμή το ξεπέρασε, γιατί πηγαίναμε όλοι μαζί εκδρομές, βγαίναμε, κι έτσι ήταν όσο πιο ανώδυνο γινόταν.

Ποιος από τους άλλους ηθοποιούς σάς γοήτευε;
Στις περισσότερες άρεσε ο Νίκος Κούρκουλος, αλλά σ’ εμένα ο Δημήτρης Χορν. Ερχόταν στα Αστέρια και χόρευε κοντά μας. Είχα πάει στο θέατρο και τον είχα δει πολλές φορές. Είχε δυνατή προσωπικότητα, τρομερός άντρας. Εκείνος που θαύμαζα πολύ, άλλα όχι ερωτικά, ήταν ο Σωτήρης Μουστάκας, γιατί αγαπούσε τόσο πολύ τη γυναίκα του κι ήταν άψογος απέναντί της. Τους είχα μεγάλη αδυναμία και του Σωτήρη και της Μαρίας. Γι’ αυτό και δούλεψα και τόσες φορές μαζί τους.

Στον τέταρτο γάμο του Κώστα Βουτσά ήσασταν εκεί, το μοιράστηκε μαζί σας, γιατί προφανώς έχετε μια σχέση με γερή βάση.
Μ’ αγαπάει και μου έχει συμπαρασταθεί, γιατί κι εγώ έχω ξαναπαντρευτεί.

Το κρατήσατε όμως μακριά από τη δημοσιότητα.
Ηταν ένας άνθρωπος που δούλευε σε υπουργείο και δεν σκεφτήκαμε να το δημοσιοποιήσουμε. Πήγαμε πριν από περίπου 10 χρόνια με δύο μάρτυρες φίλους μας και κανέναν καλεσμένο.

Ούτε η μητέρα μου ούτε η Σάντρα ήταν ούτε η αδελφή μου. Πήγαμε στο δημαρχείο, αλλά κάποια στιγμή θέλαμε με τον Γιάννη Μαρινάκη να κάνουμε και έναν θρησκευτικό ή και ένα μεγάλο τραπέζι, αλλά δεν έγινε, γιατί έφυγε από τη ζωή. Ηταν κάτι που μου στοίχισε πολύ. Ηταν ξαφνικό και έπαθα σοκ, απέκτησα φοβίες που δεν τις είχα πριν φύγει ο Γιάννης. Δεν μπορούσα να οδηγήσω, πάθαινα κρίσεις πανικού. Ηταν ένας έρωτας που ήθελα να τον ζήσω μακριά από τη δημοσιότητα. Ηθελα να τον κρατήσω για μένα.

Ποια ένδειξη θαυμασμού θυμάστε ακόμη και χαμογελάτε;
Είναι μια περίπτωση που έχει να κάνει με μια… φάρσα του Βουτσά. Ο Κώστας, μικρός στη Θεσσαλονίκη, μετρούσε με τους φίλους του -μεταξύ αυτών ήταν κι ο Αλκης Στέας- πόσους ηθοποιούς ήξεραν. Οποιος γνώριζε τους περισσότερους έβγαινε νικητής. Κάποια στιγμή, και προκειμένου να κερδίσει -ως συνήθως- ο Βουτσάς, είπε έναν, τον Τσέστερ Μέστερ. Τους ρώτησε «τον ξέρετε;» – «όχι» απάντησαν οι άλλοι κι έτσι νίκησε! Μου είχε αποκαλύψει, λοιπόν, ότι το πρόσωπο αυτό ήταν της… φαντασίας του.

Καιρό μετά δούλευα στο Μετροπόλιταν και ήρθε μια ανθοδέσμη με ξένα γράμματα που έγραφε: «Είμαι θαυμαστής σας, με αγάπη, Τσέστερ Μέστερ». Λέω κι εγώ «ο Βουτσάς μού κάνει πλάκα», από την άλλη, όμως, σκέφτηκα γιατί άραγε μου έστειλε και τεράστιο μπουκέτο. Τον ρώτησα και μου απάντησε: «Για ποιον λόγο να σου στείλω λουλούδια;» Απάντησα ότι η κάρτα έγραφε «Τσέστερ Μέστερ». «Αν είναι δυνατόν, υπάρχει στ’ αλήθεια» είπε εκείνος! Κι εμφανίστηκε, όντως, ο κύριος Μέστερ, ένας Αμερικανός που έμενε στο «Παρκ», με άκουσε που τραγουδούσα κι εμφανίστηκε στην παράσταση. Ηταν ένας μεγάλος κύριος, καλοφτιαγμένος.

Υπάρχουν φιλίες στον καλλιτεχνικό χώρο; 
Βεβαίως, αλλά πλέον δεν πολυκάνω παρέα με καλλιτέχνες. Ωστόσο, έχω βγάλει το συμπέρασμα ότι οι άνθρωποι του συγκεκριμένου χώρου είναι οι καλύτεροι. Με αυτά που βλέπω να συμβαίνουν σε άλλους χώρους πίσω από την πλάτη ανθρώπων, έχω τρομάξει. Εμείς τουλάχιστον δεν αντιμετωπίσαμε ποτέ τέτοια προβλήματα.

πηγη: dete.gr

Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πήγη, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.
loading...