Ανατρέχουμε ξανά στις γειτονιές, τους ανθρώπους, τις δράσεις και τις ενώσεις που διαφύλαξαν τις μνήμες και την προσφυγική ταυτότητα ως τις μέρες μας.

13 Σεπτεμβρίου 1922

«Η Σμύρνη κυριολεκτικά αφανίστηκε από μια γιγαντιαία φωτιά, χωρίς υπερβολή το σημερινό ολοκαύτωμα είναι μία από τις μεγαλύτερες πυρκαγιές στην ιστορία του κόσμου.

Η καταστροφή είναι ανυπολόγιστη και υπάρχουν μεγάλες απώλειες ανθρώπινων ζωών ανάμεσα στον αυτόχθονα πληθυσμό, πολλές χιλιάδες πρόσφυγες είναι συγκεντρωμένοι στη στενή προκυμαία, εγκλωβισμένοι ανάμεσα στην προέλαση της πύρινης λαίλαπας πίσω τους και τα βαθιά νερά μπροστά τους, ενώ ακούγονται διαρκώς τέτοια έξαλλα ουρλιαχτά ανείπωτου τρόμου, που μπορεί κανείς να τα αντιληφθεί από χιλιόμετρα (Γκάιλς Μίλτον, Χαμένος Παράδεισος, Σμύρνη 1922 – Η καταστροφή της μητρόπολης του μικρασιατικού Ελληνισμού)».


Ένας τραγικός Σεπτέμβρης, ο ελληνικός στρατός που υποχώρησε, οι γυναίκες που θρηνούσαν, ο αποχαιρετισμός των νεκρών, σπαρακτικές αφηγήσεις, η περισυλλογή των πιο σημαντικών αντικειμένων, η Μεγάλη Ιδέα που είχε γίνει στάχτη στα ερείπια της Σμύρνης και η αβεβαιότητα για το μέλλον.

Η Αττική δέχτηκε τον μεγαλύτερο όγκο από τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας. Οι πρώτες μέρες στην Ελλάδα, σκληρές και μαρτυρικές. Αυτοσχέδιοι καταυλισμοί, δημόσια κτίρια και σχολεία που μετατράπηκαν σε νοσοκομεία, άνθρωποι και ευκατάστατες οικογένειες που βρέθηκαν, από τη μια μέρα στην άλλη, να φορούν παπούτσια από λάστιχα αυτοκινήτων.

Συνοικισμός Συγγρού-Καισαριανής

Ο Παναγιώτης Σταμπούλος, που ήρθε ως πρόσφυγας από τα Βουρλά της Σμύρνης, έγραψε στο ημερολόγιό του: «Έχουν περάσει εννιά μήνες από την καταστροφή της Μικράς Ασίας το 1922. Από την Πούντα της Σμύρνης ταξίδεψα σκαστός για την Αθήνα με το βαπόρι (Ερμούπολη) με ψευδώνυμο Δημήτριος Λεφάκης, ράφτης το επάγγελμα, από την Άνδρο. Τριάντα τριών ετών.

Όταν φτάσαμε εις τον Σαρωνικό, έξω από το Σούνιο, ο καπετάνιος έκαμε κατάσταση των επιβατών του, γιατί εις τη δική μου κατηγορία υπήρχαν κι άλλοι, εκτός των επισήμων αιχμαλώτων που παρέλαβε. Τότε δήλωσα το πραγματικό μου όνομα, Παναγιώτης Σταμπούλος του Σωτηρίου, στρατιώτης του 56ου Συντάγματος, καταγωγή Βουρλά Σμύρνης.

Η ημέρα είχε προχωρήσει. Φθάσαμε εις το Λοιμοκαθαρτήριο Άγιος Γεώργιος πρωί 25ης Μαΐου 1923 και εις τον Πειραιά το μεσημέρι. Πρώτη φορά έρχομαι εις την Ελλάδα. Πρωτοπάτησα εις την προβλήτα της Τρούμπας του Πειραιώς. Ήταν ημέρα απογνώσεως και απελπισίας για εμένα.

Λίγο αργότερα βρέθηκα σε έναν στάβλο του Μοσχάτου. Βρήκα σκελετωμένη τη γιαγιά μου, Δεσποινιώ (μητέρα της μητέρας μου), ανάμεσα σε ράκη και βόδια. Αυτή με κόπο με συνόδεψε μέχρι τον Ηλεκτρικό Σταθμό του Μοσχάτου, από εκεί μέχρι το Μοναστηράκι, και συνέχεια ρωτώντας βρεθήκαμε εις την πλατεία των Παλιών Ανακτόρων, με τον πελώριο γυμνό χώρο και ακατάστατο. Μόνον με πέντε έως έξι πιπεριές προς την πλευρά του Βασιλικού Κήπου.

Εκεί, κάτω από τη μεσημεριανή, μαγιάτικη λάβα και τις πιπεριές, λίγα άτομα ξαπλωμένα, μικρά παιδιά, κορίτσια και δυο-τρεις μητέρες, ανάμεσα σε μπαγκάζια από παλιοκούρελα, περίμεναν άστεγοι και πεινασμένοι την τύχη τους από κάποιον.

Τους πλησίασα κι εγώ, ως όμοιός τους. Ρώτησα μήπως είναι κι αυτοί πρόσφυγες, μου απάντησαν καταφατικά «ναι». Και πως περιμένουν από την Περίθαλψη που στεγάζεται μέσα στα Παλιά Ανάκτορα να τους τακτοποιήσει. Πλησίασα την πύλη των Ανακτόρων· εκεί, ένας-δυο στρατιώτες έπαιρναν οδηγίες από έναν υπολοχαγό.

Με κατάπληξη αναγνώρισα εις το πρόσωπό του τον συμπατριώτη μου και συμμαθητή του αδελφού μου Ευτύχιου, Νικόλαο Βαρκάτζα. Κι αυτός με γνώρισε, μου είπε πως πριν από λίγη ώρα έδωσε εις τον πατέρα μου δύο σκηνές κωνικές, μαζί και δύο στρατιώτες για να τις στήσουν εις την περιοχή του Νοσοκομείου Συγγρού, για να στεγαστεί αυτός και η χήρα Πηνελόπη Ψυχαλία με τον πατέρα της, Ν. Μπαμπούλη, με τα εγγόνια του.

Και πάλι μου έδωσε έναν στρατιώτη για να φθάσω εις τον ερημότοπο του πρόχειρου καταυλισμού. Προχωρήσαμε τη Λεωφόρο Κηφισίας, μπήκαμε εις την οδό Ριζαρίου (σ.σ. Ριζάρη), περάσαμε τη γέφυρα του πυροβολικού, περάσαμε από άγονα χωράφια, ανεβήκαμε το Βρυσάκι, φθάσαμε εις τη μοναδική οικοδομή του Μαυρομμάτη (προέδρου, τότε, του Σκοπευτηρίου) και από εκεί εις απόσταση 500 μέτρων, στα όπισθεν του νοσοκομείου, ήταν ένα καλύβι, πλάι εις το οποίον υπήρχαν δύο κωνικές, του στρατού, σκηνές.

Εκεί, τραβώντας τη γιαγιά μου, μαζί με τον στρατιώτη, φθάσαμε αναπάντεχα. Το τι επακολούθησε δεν περιγράφεται. Κλάματα, χαρές, απογοήτευση.

Η ημέρα 25 Μαΐου 1923 είχε πια γείρει. Οι πρώτοι κάτοικοι του καταυλισμού είναι οι σκηνίτες, Σταμπούλος και Μπαμπούλης. Από δω αρχίζει και η ιστορία του Δήμου Καισαριανής. Ο ανθυπολοχαγός Νίκος Βαρκάτζας από τότε όλο και μάζευε Βουρλιώτες από τους δρόμους της Αθήνας και τους κουβαλούσε πρόχειρα μέσα σε σκηνές. Έτσι δημιουργήθηκε ο πρώτος εις την Αθήνα προσφυγικός συνοικισμός (Συγγρού-Καισαριανής). Σε συνέχεια και μέχρι το τέλος, γέμισε σκηνές η περιοχή από πρόσφυγες πάσης προέλευσης».

Ο πληθυσμός της Αθήνας διπλασιάστηκε και στην αρχή οι ξεριζωμένοι αναζήτησαν πρόχειρη στέγη σε αποθήκες, εκκλησίες, σχολεία και θέατρα. Είναι εντυπωσιακό το ότι, σήμερα, πολλοί που αντιτίθενται στους πρόσφυγες της Συρίας είναι άνθρωποι που οι γονείς τους ήταν και οι ίδιοι πρόσφυγες.

Συνοικισμός Ναυάρχου Κουντουριώτη

Κάπως έτσι κυλούσαν οι μέρες μετά τον ιστορικό ξεριζωμό. Ανάμεσα στα χαλάσματα, τη δύσκολη καθημερινότητα και το χαμένο σπιτικό τους οι πρόσφυγες καλούνταν να ξεπεράσουν τα εμπόδια της προσαρμογής, τις εντάσεις με τους γηγενείς και να χτίσουν μια νέα ζωή. Στις περιοχές που δέχτηκαν τον μεγαλύτερο όγκο προσφύγων ανήκουν και οι Αμπελόκηποι.

«Το 1922, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, οι Αμπελόκηποι υποδέχτηκαν τον μεγαλύτερο αριθμό προσφύγων» λέει ο κ. Νίκος Παραδείσης, ιστοριοδίφης και συγγραφέας των δύο τόμων με τίτλο Αμπελόκηποι, ενώ περπατάμε στην ομώνυμη περιοχή. Στη διαδρομή μας θυμάται οδούς, καφενεία που έκλεισαν, ταπητουργεία που έγιναν ακριβά εστιατόρια, το χθες και το σήμερα.

«Πολλές φορές, δυστυχώς, το περιβάλλον, εκ μέρους των γηγενών, ήταν εχθρικό. Η οικονομική κατάσταση του κράτους ήταν άθλια και η πολιτική ατμόσφαιρα θολή. Η έλευση των προσφύγων άλλαξε διά παντός τη γεωγραφία του ελλαδικού κράτους. Ο πληθυσμός της Αθήνας διπλασιάστηκε και στην αρχή οι ξεριζωμένοι αναζήτησαν πρόχειρη στέγη σε αποθήκες, εκκλησίες, σχολεία, θέατρα και εργοστάσια. Είναι εντυπωσιακό το ότι, σήμερα, πολλοί που αντιτίθενται στους πρόσφυγες της Συρίας είναι άνθρωποι που οι γονείς τους ήταν και οι ίδιοι πρόσφυγες» λέει

Στα προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας σήμερα. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν


«Ο χώρος πίσω από το γήπεδο του Παναθηναϊκού, γνωστός ως «Συνοικισμός Κουντουριώτη», καταλήφθηκε από πρόσφυγες οι οποίοι στεγάστηκαν σε άθλιες συνθήκες, φτιάχνοντας μόνοι τους πρόχειρες παράγκες από ξύλα και λαμαρίνες.

Ταυτόχρονα, εκείνη την περίοδο κατασκευαζόταν και το γήπεδο του Παναθηναϊκού, έτσι για πολύ καιρό δημιουργούνταν προστριβές με τους πρόσφυγες, οι οποίοι, στην προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν υλικά, αφαιρούσαν τα βράδια ξύλα, καδρόνια, πισσόχαρτα και άλλα υλικά για τις παράγκες τους.

Κάθε πρωί είχαμε εντάσεις και αντιπαραθέσεις, με συνεχείς επεμβάσεις της αστυνομίας. Σταδιακά, το πρόβλημα τακτοποιήθηκε και ξεκίνησαν να κτίζονται τα πρώτα σπιτάκια. Έτσι δημιουργήθηκε ο επονομαζόμενος και «Συνοικισμός Ναυάρχου Κουντουριώτη».

Επίσης, για αρκετά χρόνια υπήρχαν οικογένειες που ζούσαν χωρίς νερό και φωτισμό και εξυπηρετούσαν σε ελάχιστους χώρους τις στοιχειώδεις σωματικές ανάγκες τους.

Για τους πρόσφυγες οι μέρες ήταν μαρτυρικές. Το νερό δινόταν με το σταγονόμετρο από την ΟΥΛΕΝ, το ηλεκτρικό ρεύμα ήταν άγνωστο, τα σπίτια είχαν λάμπες πετρελαίου και για τη μαγειρική τους χρησιμοποιούσαν «φουφούδες» που έκαιγαν κάρβουνο.

Τα βράδια, σύμφωνα με μαρτυρίες που απέσπασα από τους πρωταγωνιστές και τους απογόνους τους, άκουγες νοσταλγικά αμανεδάκια από κυράδες ή παραπονιάρικα τραγούδια από ελάχιστους φωνόγραφους.

Αργότερα, έχουμε την κατασκευή των προσφυγικών πολυκατοικιών στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, που είναι και από τις ελάχιστες κατοικίες που έχουν απομείνει να θυμίζουν την εποχή εκείνη. Μπορεί να ήταν χρόνια φτώχειας, αλλά η αγάπη και τα όνειρα τους ένωναν και περνώντας τα χρόνια η διαβίωση ανάμεσα στις οικογένειες είχε γίνει άψογη.

Κάθε Κυριακή έπαιζαν στους εξωτερικούς χώρους, τις Απόκριες διοργανώνονταν γλέντια και το Πάσχα, στους ακάλυπτους χώρους, ψηνόταν ο παραδοσιακός οβελίας.

Επιπρόσθετα, ένα από τα «καταφύγια» που δημιούργησαν οι πρόσφυγες ήταν ο Συνοικισμός Νέα Ανατολή, που περιλαμβάνει το τετράγωνο που ορίζουν οι Λ. Αλεξάνδρας – Πανόρμου – Αμπελακίων – Δημητσάνας, και τέλος ο Συνοικισμός Πανόρμου, που βρισκόταν στο τέλος της οδού Πανόρμου, αρχίζοντας από τη Λακωνίας και φτάνοντας έως το Γηροκομείο. Είναι γεγονός ότι οι ξύλινες παράγκες που χτίστηκαν εκεί καταστράφηκαν δύο φορές από πυρκαγιά: η πρώτη ήταν το 1927 από γκαζιέρα και η δεύτερη από καμινέτο.

Με τον καιρό φτιάχτηκαν σε όλους τους προσφυγικούς συνοικισμούς ταβέρνες, φούρνοι, μπακάλικα, μανάβικα, παλιατζίδικα, ραφεία, κουρεία, καφενεία και τσαγκαράδικα. Ξεκινώντας, δειλά-δειλά, από δουλειές του ποδαριού, κατάφεραν να αποκτήσουν τις δικές τους επιχειρήσεις και να προκόψουν σε όλους τους τομείς.

Ύστερα από μερικά χρόνια, με την κατασκευή αρκετών πολυκατοικιών, κατόπιν κληρώσεως πολλοί πρόσφυγες είτε έμειναν στην ίδια περιοχή είτε μετεγκαταστάθηκαν σε άλλες. Γι’ αυτό σήμερα ελάχιστες είναι οι εικόνες που θυμίζουν την εγκατάσταση των προσφύγων στην περιοχή των Αμπελοκήπων» καταλήγει ο κ. Παραδείσης.

Όταν οι πρόσφυγες συνειδητοποίησαν πως το όνειρο της επιστροφής είχε σβήσει οριστικά, ξεκίνησαν να δραστηριοποιούνται, ιδρύοντας συλλόγους και σωματεία που θα ενίσχυαν τη διατήρηση της μνήμης.

«Οι προσφυγικοί σύλλογοι που ιδρύθηκαν στην Ελλάδα λίγους μήνες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την έλευση των προσφύγων αποτελούν μια τυπική μορφή εθελοντικής συσσωμάτωσης.

Οι σύλλογοι είναι μια μορφή οργάνωσης και συλλογικής οργανωμένης δράσης των πολιτών για την υλοποίηση καθορισμένων στόχων που θέτουν μέσα σε συγκεκριμένες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες. Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου αφορούσαν άμεσα την αποκατάσταση και την ενσωμάτωση των προσφύγων στη νέα τους πατρίδα.

Βέβαια, η εγγραφή των μελών στους συλλόγους και η συμμετοχή στη σωματειακή ζωή δεν είναι απλώς ένας τρόπος για τη διευθέτηση σοβαρών πρακτικών ζητημάτων ή την αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου, αλλά αποτελεί ένδειξη της εμπρόθετης δράσης του υποκειμένου.

Μέσα στους συλλόγους δημιουργούνται κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των μελών, συγκροτούνται ταυτότητες και αναπτύσσονται ισχυρά αισθήματα αλληλοβοήθειας και αλληλεγγύης. Η συμμετοχή σε έναν σύλλογο σχετίζεται άμεσα με την κοινωνικότητα, τις μορφές δηλαδή των κοινωνικών σχέσεων που διαμορφώνονται στον δημόσιο χώρο, και επικεντρώνεται σε όψεις της κοινωνικότητας στην καθημερινή ζωή.

Με την έννοια του δημόσιου αναφέρεται το πεδίο ανάμεσα στον οίκο (ιδιωτική σφαίρα) και την πόλη, στον κατεξοχήν χώρο διάδρασης των υποκειμένων. Η συμμετοχή, λοιπόν, σε έναν σύλλογο θα μπορούσε να παρομοιαστεί ως ένα «σχολείο κοινωνικότητας».

Τα μέλη ενός συλλόγου μοιράζονται κοινές εμπειρίες παρά τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις, αποκτούν σταδιακά την αίσθηση του «συνανήκειν» στη συλλογικότητα, με αποτέλεσμα να δημιουργείται το συλλογικό υποκείμενο, το «εμείς»» υποστηρίζει η Κυριακή Παπαθανασοπούλου, υποψήφια διδάκτωρ Νεότερης Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, η οποία έχει ασχοληθεί ενεργά με τη δυναμική των προσφυγικών συλλόγων του Μεσοπολέμου (1923-1936), κυρίως στην περιοχή της Κοκκινιάς.

Μέσα στους συλλόγους κατασκευαζόταν η προσφυγική ταυτότητα, η οποία στηριζόταν στη μνήμη, στο τραύμα του εκτοπισμού και της απώλειας της γενέτειρας πατρίδας και μετουσιωνόταν σε χαμένη και νοσταλγικά ανακλημενη πατρίδα.

Οι σύλλογοι ως φορείς πολιτιστικού μηνύματος

«Το βασικό στοιχείο που ωθεί τα υποκείμενα να οργανωθούν και να ιδρύσουν έναν σύλλογο είναι η πολιτισμική συνάφεια, δηλαδή η συλλογική πολιτισμική ταυτότητα, η οποία αποτελεί το συνεκτικό στοιχείο μεταξύ των μελών των εθελοντικών συσσωματώσεων. Οι σχέσεις που αναπτύσσουν τα υποκείμενα μέσα στις συλλογικότητες, όπως τα σωματεία, δομούνται πάνω σε ένα κοινό πολιτισμικό υπόβαθρο.

Στους προσφυγικούς συλλόγους η πολιτισμική συνάφεια εντοπίστηκε στο τραύμα του εκτοπισμού από την πατρογονική εστία, στην κοινή εμπειρία της προσφυγιάς και των δυσεπίλυτων προβλημάτων που αυτή επέφερε, καθώς φυσικά και στη μνήμη των «χαμένων πατρίδων» και του πρότερου βίου στις ελληνορθόδοξες κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Παρά τις προσωπικές διαφοροποιήσεις στην εμπειρία του εκτοπισμού, η Μικρασιατική Καταστροφή και ο ξεριζωμός αποτελούν ένα δραματικό γεγονός, το οποίο έλαβε ευρύτερες νοηματικές διαστάσεις με διαγενεακή αναφορά, η οποία εξελίχθηκε σε συλλογική εμπειρία και απέκτησε το νόημα του πολιτισμικού τραύματος.

Το τραύμα επηρέασε και άλλαξε την ταυτότητα των ανθρώπων, δημιουργώντας μια νέα προσφυγική ταυτότητα, η οποία απέκτησε συλλογική διάσταση παρά την ποικιλομορφία της και ήταν αυτή που αποτελούσε το συνεκτικό στοιχείο για την ίδρυση τόσο πολλών προσφυγικών συλλόγων στους διάφορους συνοικισμούς που ιδρύθηκαν στη διάρκεια του Μεσοπολέμου.

Από τα πρώτιστα μελήματα των προσφύγων, όταν έφτασαν στην Ελλάδα, ήταν η ίδρυση συλλόγων, ώστε να μπορέσουν να διευθετήσουν τις ανάγκες της αποκατάστασης και να διευκολύνουν τις επαφές τους με τους κρατικούς φορείς, με τους οποίους έρχονταν σε επαφή για πρώτη φορά.

Ο Πειραιάς, ως λιμάνι, είχε δεχτεί έναν μεγάλο αριθμό προσφύγων που κατέφθαναν με τα πλοία και εκεί έμελλε να ιδρυθούν ακτινωτά, σε εύλογη απόσταση από το κέντρο του, οι διάφοροι προσφυγικοί συνοικισμοί, για να εγκαταστήσουν μόνιμα τους πρόσφυγες. Στον Πειραιά, λοιπόν, ιδρύθηκαν και οι πρώτοι προσφυγικοί σύλλογοι, ενώ το σωματειακό φαινόμενο των προσφύγων εξαπλωνόταν και στους νεοσύστατους προσφυγικούς συνοικισμούς γύρω από την πόλη του λιμανιού.

To εξώφυλλο της ειδικής έκδοσης «Ιστορία μιας Πόλης – Μέρος ΙΙΙ»Στους συλλόγους η συνάφεια εντοπίστηκε στην τοπικότητα των χαμένων πατρίδων. Η αδυναμία εγκατάστασης σε κοινοτική βάση ώθησε τους πρόσφυγες να δημιουργήσουν συλλόγους με βάση την καταγωγή και να αναπτύξουν δίκτυα επικοινωνίας, ώστε να καλλιεργήσουν την αίσθηση του «συνανήκειν» στη φαντασιακή εθνοπολιτισμική τους κοινότητα.

Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά σε Έλληνες, η οποία γίνεται για να τονώσει την ελληνικότητα των προσφύγων που αμφισβητούσαν οι γηγενείς, μια και αρκετοί πρόσφυγες μπορεί να μη μιλούσαν την ελληνική γλώσσα.

Φυσικά, οι διακριτές εθνοπολιτισμικές ταυτότητες μπορεί να κατασκευάστηκαν στην ιδιωτική σφαίρα της προσφυγικής κοινότητας, όμως δεν βρίσκονταν σε αντιδιαστολή με την επίσημη συλλογική προσφυγική ταυτότητα.

Παρά την πολυμορφία τους, οι εθνοπολιτισμικές ταυτότητες των προσφύγων ήταν και αυτές κομμάτι της μικρασιατικής ταυτότητας και του ψηφιδωτού του μικρασιατικού Ελληνισμού και ως τέτοιο εντάσσονταν στην εθνική ταυτότητα.

Ένας βασικός σκοπός των συλλόγων ήταν η διαμόρφωση της προσφυγικής ταυτότητας και η διατήρηση της μνήμης των χαμένων πατρίδων, επιτελώντας το έργο της ομαλότερης ένταξης των προσφύγων στην ελληνική κοινωνία.

Οι σύλλογοι επιδόθηκαν στη συγκέντρωση κειμηλίων από τις χαμένες πατρίδες, τα οποία φανέρωναν την ελληνικότητα και την έντονη θρησκευτικότητά τους, ώστε να αρθεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση της ελληνικότητας των προσφύγων, καθώς και τα αρνητικά στερεότυπα περί της ηθικής τους.

Οι πρόσφυγες έγιναν οι φορείς της Μικρασιατικής Καταστροφής, της εθνικής τραγωδίας, και η ζωντανή απόδειξη της προαιώνιας ύπαρξης του μικρασιατικού Eλληνισμού. Από την πλευρά τους, οι πρόσφυγες πρόβαλλαν την ελληνικότητά τους, την οποία αντλούσαν από τη διαχρονική ελληνικότητα των «χαμένων πατρίδων».

Κατά κύριο λόγο οι προσφυγικοί σύλλογοι λειτούργησαν ως αρχιτέκτονες και φορείς της συλλογικής προσφυγικής ταυτότητας. Μέσα στους συλλόγους κατασκευαζόταν η προσφυγική ταυτότητα, η οποία στηριζόταν στη μνήμη, στο τραύμα του εκτοπισμού και της απώλειας της γενέτειρας πατρίδας και μετουσιωνόταν σε χαμένη και νοσταλγικά ανακλημένη πατρίδα.

Οι σύλλογοι επιδόθηκαν στη χρήση των μνημονικών πρακτικών μέσω των επετείων της Καταστροφής, των συμβόλων και των κειμηλίων από τις αλλοτινές πατρίδες.

Επίσης, οι σύλλογοι, εκτός από θεματοφύλακες της μικρασιατικής και προσφυγικής μνήμης, αναδείχτηκαν σε φορείς του πολιτισμικού τραύματος. Το κληροδότημα της μνήμης και του τραύματος στις επόμενες γενιές διατηρούσε ζωντανή την προσφυγική μικρασιατική ταυτότητα, επιτελώντας το έργο της ενσωμάτωσης, ενώ παράλληλα λειτουργούσε θεραπευτικά σε ψυχολογικό επίπεδο, επουλώνοντας το τραύμα της απώλειας της χαμένης πατρίδας.

Τέλος, μέσα στους συλλόγους οι πρόσφυγες ισοσκέλιζαν το αίσθημα που βίωναν στη νέα τους πατρίδα από τις συχνά περιφρονητικές και εχθρικές συμπεριφορές των γηγενών.

Μέσα στους συλλόγους, που μετατρέπονταν σε πολιτισμικές εστίες, ένιωθαν μέλη της συλλογικότητας, μοιράζονταν ένα κοινό, μικρασιατικό παρελθόν, κοινές πολιτισμικές αξίες, και ένιωθαν ασφάλεια και προστασία, καθώς ταυτόχρονα αντιμετωπίζονταν τα αισθήματα κατωτερότητας και ανακτούσαν σταδιακά την αυτοπεποίθηση και τον δυναμισμό τους για τη διεκδίκηση ισότιμης ένταξης στην ελληνική κοινωνία» τονίζει η κ. Παπαθανασοπούλου.

«Η ύπαρξη ενός αρκετά σημαντικού αριθμού προσφυγικών σωματείων στη Νέα Κοκκινιά μπορεί να συνδυαστεί με το μέγεθος και τα προβλήματα που αντιμετώπισε ο συγκεκριμένος συνοικισμός, καθώς και με την έλλειψη επαρκούς κρατικού ενδιαφέροντος για τους φτωχούς και περιθωριοποιημένους προσφυγικούς συνοικισμούς των αστικών κέντρων.

Εντούτοις, η ύπαρξη πολλών συλλόγων δεν σήμαινε πάντα και την καλύτερη αντιμετώπιση των προσφυγικών ζητημάτων, γιατί, αρκετές φορές, μέσω της συσσωμάτωσης προωθούνταν και έμμεσοι ιδιοτελείς σκοποί, όπως η ανάμειξη στην πολιτική.

Δεν είναι λίγα τα άρθρα του προσφυγικού Τύπου που μιλούν για κατακερματισμό των προσφυγικών διεκδικήσεων και κάνουν έκκληση για συνένωση των προσφυγικών σωματείων.

Τέλος, η πρωτοβουλία για την ίδρυση συλλόγων ήταν από άτομα των μεσαίων και μικρομεσαίων κοινωνικών στρωμάτων. Αξιοσημείωτη ήταν η απουσία της γυναικείας συμμετοχής τουλάχιστον όσον αφορά την πρωτοβουλία για την ίδρυση σωματείων. Η γυναικεία απουσία, σε αντίθεση με τη συσσωμάτωση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, μπορεί να αποδοθεί στο γεγονός ότι δούλευαν την περίοδο του Μεσοπολέμου.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Μικρασιάτες πρόσφυγες, αν και περιορισμένοι στους συνοικισμούς τους, εκδήλωσαν μια έντονη εξωστρέφεια και κοινωνικότητα. Επεδείκνυαν πυκνή και δραστήρια συλλογικότητα, όπως δηλώνει καταρχάς ο ίδιος ο αριθμός των προσφυγικών συλλόγων. Η καθημερινή τους ζωή ήταν εξωστρεφής και εκδηλωνόταν στις πλατείες, στις γειτονιές και στα γραφεία των συλλόγων, στα καφενεία και στις ταβέρνες. Οι προσφυγικοί συνοικισμοί έγιναν φορείς μιας μικρασιατικής κουλτούρας η οποία ενσωματώθηκε στον εθνικό κορμό και διάνθισε τον ελληνικό πολιτισμό».

Αναμνήσεις από περασμένες εποχές της προσφυγικής ζωής. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν

Στην Καισαριανή και στη Φιλαδέλφεια

Σήμερα στην Αθήνα υπάρχουν πολλές εστίες που διατηρούν έντονο το στοιχείο του μικρασιατικού Ελληνισμού, την Ιστορία και τον πολιτισμό του, και κρατούν ζωντανές τις μνήμες μέσα από προσωπικά αντικείμενα, κειμήλια και αφηγήσεις ανθρώπων που έζησαν την τραγωδία του ξεριζωμού. Από τις πιο σημαντικές είναι το Κέντρο Μικρασιατικού Πολιτισμού του Δήμου Καισαριανής και ο Μικρασιατικός Σύλλογος Καισαριανής.

«Οι συνθήκες στις οποίες ζούσαν οι πρόσφυγες ήταν άθλιες» λέει ο κ. Κώστας Γαβριλάκης, πρόεδρος του Κέντρου Μικρασιατικού Πολιτισμού Καισαριανής.

«Την άθλια εικόνα που παρουσίαζε η ζωή στους συνοικισμούς των προσφύγων συμπλήρωναν οι μόνιμα υπερχειλισμένες κοινές τουαλέτες αλλά και τα βρόμικα νερά, που ήταν αναμεμειγμένα με τις ακαθαρσίες των ζώων.

Οι πολυάριθμοι πλανόδιοι επαγγελματίες της συνοικίας είχαν άλογα και γαϊδούρια που τα χρησιμοποιούσαν για να περιφέρουν τα εμπορεύματά τους, ενώ παράλληλα πολλές οικογένειες συντηρούσαν κατσίκες, κότες και γουρούνια προς ιδίαν κατανάλωση.

Ένα ακόμη μεγάλο πρόβλημα ήταν η εργασία και το μεροκάματο. Οι πρόσφυγες αποτελούσαν ένα πολυάριθμο και χαμηλά αμειβόμενο εργατικό δυναμικό, το οποίο πολλές φορές λειτουργούσε ανταγωνιστικά προς τους ντόπιους εργάτες.

Οι πρόσφυγες –σε μεγάλο βαθμό γυναίκες και ανήλικα παιδιά– προτιμώνταν από τους εργοδότες κυρίως ως ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό, διότι ήταν διατεθειμένοι να εργαστούν με μικρότερες απολαβές. Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι οι πρόσφυγες δεν είχαν συνδικαλιστική εμπειρία, καθώς στα χωριά και στις μικρές πόλεις της Μ. Ασίας δεν είχε αναπτυχθεί συνδικαλιστικό κίνημα, τους καθιστούσε πολύτιμη δεξαμενή απεργοσπαστών στα χέρια των εργοδοτών» υποστηρίζει ο κ. Γαβριλάκης.

Παράλληλα, στη Νέα Φιλαδέλφεια έχει δημιουργηθεί το Μουσείο Μικρασιατικού Ελληνισμού «Φιλιώ Χαϊδεμένου». Στους χώρους του περιλαμβάνονται κειμήλια από τη Μικρά Ασία, όπως λάβαρα, στολές, λευκά είδη, βιβλία, έγγραφα και χρηστικά αντικείμενα που δώρισαν Μικρασιάτες.

«Η περισυλλογή των κειμηλίων άρχισε το 1991 με τη φροντίδα της Μικρασιάτισσας Φιλιώς Χαϊδεμένου που, παρ’ ότι ξεκίνησε την προσπάθεια σε προχωρημένη ηλικία, αφού είχε ξεπεράσει τα 90 της χρόνια, δούλεψε ακούραστα για να δει την ιδέα της να πραγματοποιείται.

Έφτασε, μάλιστα, στο σημείο να ταξιδέψει στα Βουρλά της Μικράς Ασίας, τη γενέτειρά της, για να φέρει χώμα και σκόνη από την Αναξαγόρειο Σχολή, με σκοπό να τα εκθέσει στο μουσείο. Εκτός από αυτό το ταξίδι, η γιαγιά Φιλιώ όργωσε την Ελλάδα για να ενημερώσει τους απανταχού Μικρασιάτες για το μουσείο. Η ανταπόκριση υπήρξε συγκλονιστική, αφού Έλληνες από κάθε γωνιά της γης επικοινώνησαν μαζί της και πρόσφεραν προσωπικά αντικείμενα για να εκτεθούν στο μουσείο» λέει η υπεύθυνη του μουσείου, Κατερίνα Καραγιώργου.

Μανάβικο στην Καισαριανή © Κέντρο Μικρασιατικού Πολιτισμού Καισαριανη


«Όσο ζω κι αναπνέω, δεν θα σταματήσω ποτέ να μιλώ για όσα ζήσαμε οι Έλληνες της Σμύρνης, της Μικράς Ασίας, με τη φωτιά, τον Διωγμό και τον ξεριζωμό μας από τα άγια χώματα, την καταδίκη σε προσφυγιά. Αυτά τα μάτια, ώσπου να κλείσουν, θα βλέπουν μπροστά τους όσα έγιναν, και δεν συμφέρουν, και το στόμα μου θα μιλά για το άδικο του Ελληνισμού και θα ζητά την επιστροφή εκεί όπου είδαμε το φως, όπου μεγαλώσαμε, προκόψαμε, για να χαθούν όλα μέσα στον καπνό και στη φωτιά» είχε πει σε μια αφήγησή της η Φιλιώ Χαϊδεμένου.

Είχε γεννηθεί στις 28 Οκτωβρίου του 1899 στα Βουρλά της Μικράς Ασίας, κοντά στη Σμύρνη. Βίωσε τη Μικρασιατική Καταστροφή και εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα. Όμως δεν ξέχασε τον τόπο της και ορκίστηκε να κάνει κάτι για να μην ξεχαστεί ποτέ η Μικρά Ασία, ο Ελληνισμός και ο ιδιαίτερος πολιτισμός της.

Ιστορικό πρόσωπο που συμμετείχε ενεργά σε προσφυγικά σωματεία, ενώ παράλληλα, από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, άρχισε να συλλέγει, με προσωπικό κόπο, κειμήλια με σκοπό την ίδρυση Μουσείου Μικρασιατικού Ελληνισμού.

Το Μουσείο Μικρασιατικού Ελληνισμού «Φιλιώ Χαϊδεμένου», με τη νέα του μορφή, έγινε πράξη στις 2 Απριλίου του 2007. «Στο μουσείο προσπαθούμε, πέρα από την Ιστορία της Μικράς Ασίας, να καταγράψουμε και τις μνήμες των ανθρώπων και των οικογενειών τους» προσθέτει η κ. Καραγιώργου.


Τι πιστεύετε ότι αξίζει να θυμόμαστε ως Έλληνες από τη Μικρασιατική Καταστροφή, καθώς και από την άφιξη των προσφύγων στην Ελλάδα; «Ότι κανένας λαός και κανένας άνθρωπος δεν θέλει τον πόλεμο. Απ’ όποια πλευρά και να βρίσκονται, στο τέλος οι συνέπειες και για τις δύο πλευρές αφορούν τους λαούς και όχι τις εθνικές δυνάμεις που αντιπαρατέθηκαν πολεμικά.

Σήμερα στην Ελλάδα μας απασχολεί ιστορικά το αν τα γεγονότα αυτά συνιστούν γενοκτονία ή εθνοκάθαρση, λες και ο όρος «καταστροφή» με τον οποίο χαρακτηρίζονταν τόσα χρόνια είναι λίγος, μικρός ή ανεπαρκής για να αποδώσει το νόημα και το συναίσθημα των γεγονότων.

Παρακάμπτουμε, δηλαδή, με προφανή ασέβεια τη μνήμη αυτών, των κυρίως αθώων θυμάτων, βάζοντάς τους σε μια ζυγαριά με αντίβαρο τις ιδεοληψίες και τους νομικούς όρους.

Το 1922 στην Ελλάδα τους απασχολούσε ο χαρακτηρισμός των προσφύγων, προκειμένου να αποποιηθούν την ευθύνη της συμφοράς τους. Δεν έπρεπε να είναι ομοεθνείς αυτοί οι απρόσκλητοι και ανεπιθύμητοι, παρά μόνο ένα μεγάλο και απεχθές βάρος της «μικρής, πλην όμως εντίμου Ελλάδος», που επιπλέον θα έφερνε τα πάνω-κάτω στα δικά τους στερεότυπα.

Από τα φθηνά εργατικά προσφυγικά χέρια, όμως, μέχρι τη στελέχωση πνευματικών ιδρυμάτων και την εφαρμογή νέων προηγμένων μορφών καλλιέργειας και τεχνογνωσίας στη βιομηχανία, η προσφυγιά του 1922-1924 απέδειξε ιστορικά ότι μπόλιασε γόνιμα μια κατεστραμμένη από τον 10ετή πόλεμο Ελλάδα».

Το 1ο Δημοτικό Σχολείο («Βενιζέλου») Καισαριανής όπως είναι σήμερα. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν

Γιατί έχει αξία στην εποχή μας να διατηρείται η μνήμη; «Καταρχάς, με δεδομένο ότι στην Ελλάδα των 5.000.000 του 1922 προστέθηκαν 1.500.000 πρόσφυγες, είναι λογικό οι σημερινοί απόγονοι αυτών να αποτελούν ένα σεβαστό πληθυσμιακό της ποσοστό, που σαφώς ξεπερνά το 50%.

Η διατήρηση της ιστορικής μνήμης αυτών των γεγονότων μέσα από εκδηλώσεις και κάθε μορφή διάδοσής της έχει έναν αγωνιστικό χαρακτήρα από την πλευρά των πολιτών προς την ίδια την πολιτεία. Γι’ αυτή την περίοδο, που χαρακτηρίζεται ως η «μελανότερη σελίδα» της ελληνικής Ιστορίας, ευθύνη φέρει και ο ελληνικός λαός με τις αποφάσεις που πήρε διά της ψήφου του.

Για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, που ξεκινάει από τον ερχομό των προσφύγων και φτάνει μέχρι και τη μεταπολεμική περίοδο, η ιστορία του 1922 παρέμενε αποσιωπημένη, επίσημα απαγορευμένη από το ελληνικό κράτος, όπως και ο όρος «πρόσφυγας», που αντικαταστάθηκε με το «μετανάστης».

Κι όλα αυτά, ενώ οι πρόσφυγες, για να επιβιώσουν στην Ελλάδα, χρειάστηκε να ανακατασκευάσουν την κοινωνική τους οντότητα, να επανεκκινήσουν από μηδενική βάση και, για να απαλλαχθούν από τον κοινωνικό στιγματισμό, συχνά να απαρνηθούν στοιχεία της προσωπικής τους ταυτότητας, όπως η κατάληξη -ίδης και -ογλού στο επώνυμό τους. Η ιδιαίτερη πατρίδα τους, σταδιακά, εξαφανίστηκε από τα δημόσια έγγραφα και τα βιβλία των δήμων και αντικαταστάθηκε με το «Μικρά Ασία» και αργότερα με το «Τουρκία»».

Οι πρόσφυγες αποτελούσαν ένα πολυάριθμο και χαμηλά αμειβόμενο εργατικό δυναμικό, το οποίο πολλές φορές λειτουργούσε ανταγωνιστικά προς τους ντόπιους εργάτες.

Βύρωνας και Αιγάλεω

Ο σύλλογός σας πώς φροντίζει να συντηρεί μνήμες, ήθη και έθιμα του παρελθόντος και πού αποσκοπεί η λειτουργία του; «Καταρχάς, οι προσφυγικοί σύλλογοι ξεκίνησαν να ιδρύονται αμέσως μετά τον ερχομό των προσφύγων. Ο σκοπός της ίδρυσης ήταν αναγκαίος και επιβεβλημένος, ιδίως για τις προσφυγικές ομάδες που ήρθαν διωγμένες από τα δυτικά παράλια.

Οι συνθήκες φυγής και επιβίβασης στα πλοία ήταν τέτοιες, που το μεγαλύτερο ποσοστό από αυτούς δεν είχε έγγραφα ταυτοπροσωπίας. Ο σύλλογος καταγωγής τους ήταν το επίσημο νομικό όργανο που με κάποιες διαδικασίες ενώπιον μαρτύρων εξέδιδε αυτά τα έγγραφα.

Στη συνέχεια, οι σύλλογοι αυτοί όχι μόνο δεν έκλεισαν αλλά έγιναν για τους πρόσφυγες τα εργαλεία κατασκευής φαντασιακών τοπικών κοινοτήτων «απάντων των καταγόμενων από…», που έφεραν το όνομα των χαμένων πατρίδων τους, δημιουργώντας έτσι την πρώτη τους προσφυγική τοπικότητα.

Ο τόπος, ο τρόπος εγκατάλειψής του, η ταξική ή τοπική κουλτούρα και η γλώσσα δημιουργούσαν ομοιότητες και διαφορές μεταξύ τους αλλά και την ποικιλία των εκδοχών της κοινής μικρασιατικής ταυτότητας στην ελληνική κοινωνία, που τροφοδότησαν εμάς, τους απογόνους τους, στην προσπάθεια για διατήρηση και διάδοση του πολιτισμού του μικρασιατικού Ελληνισμού.

Η πόλη των Αλατσάτων, με την πλούσια πολιτιστική, λαογραφική και ιστορική παράδοση, αποτελεί ένα μέρος του παραπάνω αναφερόμενου συνόλου» υποστηρίζει η Μαριάννα Μαστροσταμάτη, πρόεδρος του Συλλόγου Αλατσατιανών.

Πείτε μου λίγα λόγια για τον Βύρωνα, όπου μένετε. «Στον Βύρωνα στήθηκε ο πρώτος αστικός προσφυγικός συνοικισμός της Ελλάδας με την ονομασία «Προσφυγικός Συνοικισμός Παγκρατίου». Σχεδιάστηκε ρυμοτομικά σαν μια μικρογραφία πόλης των 5.000 περίπου αστών προσφύγων που προέρχονταν από την ίδια την πόλη αλλά και την ευρεία διοικητική περιφέρεια της Σμύρνης.

Στην ανάπτυξη και προέκταση αυτού του συνοικισμού προστέθηκαν με τον χρόνο μικροί συνοικισμοί με πρόσφυγες, οι οποίοι επίσης προέρχονταν από την ίδια περιφέρεια και λιγότεροι από άλλες περιοχές της Μ. Ασίας. Με αυτή την πρωτιά, λογικό θα ήταν να είναι το προσφυγικό οικιστικό σύνολο που θα έφερε την ονομασία «Νέα Σμύρνη» ή «Νέα Ιωνία», αν οι ίδιοι oι πρόσφυγες μπορούσαν να αποφασίσουν γι’ αυτό.

Εντούτοις, ο προσφυγικός συνοικισμός ονομάστηκε το 1924 έτσι ερήμην τους, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων της εκατονταετηρίδας από τον θάνατο του λόρδου Βύρωνα, για τις οποίες είχαν καταφθάσει στην Αθήνα Άγγλοι επίσημοι, κυρίως τραπεζίτες.

Το αναγκαστικό προσφυγικό δάνειο που είχε πάρει η Ελλάδα από την Αγγλία για την αποκατάσταση των προσφύγων ήταν η αιτία αυτής της έκφρασης αβροφροσύνης της ελληνικής πολιτείας προς τους Άγγλους επισήμους, να ονομάσει τον πρώτο αστικό προσφυγικό συνοικισμό με το όνομα του Άγγλου φιλέλληνα. Πάλι καλά που δεν τον ονόμασαν και «Μπάιρον».

Ο συνοικισμός του Βύρωνα γυναικοκρατούνταν, και από Σμυρνιές. Οι άντρες των οικογενειών, νεκροί ή αιχμάλωτοι που ποτέ δεν επέστρεψαν, ήταν απόντες. Ό,τι έχει ακουστεί για τη γυναίκα Σμυρνιά, στον Βύρωνα ήταν αυτονόητο και χωρίς κριτική, δεδομένου ότι για πολλά χρόνια δεν υπήρχαν εκεί γηγενείς Ελλαδίτες. Μόνο ο αθηναϊκός Τύπος ασχολιόταν με τα καμώματά τους.

Τρανό θέμα αποτέλεσε το Νηπιοτροφείο Μοrgenthau, που ήταν κάτι σαν σκάνδαλο στην ελληνική κοινωνία. Αυτό που σήμερα είναι γνωστό ως «παιδικός σταθμός» ξεκίνησε από τον Βύρωνα, προκειμένου να εργαστούν οι μητέρες παιδιών προνηπιακής ηλικίας.

Οι Σμυρνιές, λοιπόν, άφηναν ή παρατούσαν τα μωρά τους, φορούσαν κομψά ρούχα με καπέλα και δούλευαν μαζί με άντρες. Σημαντικά στοιχεία που ζήτησαν κατά την ίδρυση του συνοικισμού αυτές οι γυναίκες από την Επιτροπή Αποκαταστάσεως ήταν ένα Κέντρο Υγείας με στοιχειώδη ιατρική στελέχωση, η Στεγασμένη Αγορά, το Νηπιοτροφείο και η Αίθουσα Θεάτρου στα δύο σχολεία».

Λίγο πριν την αποχαιρετίσω, η κ. Μαστροσταμάτη μου υπενθυμίζει ότι η εγκατάσταση των προσφύγων ήταν η αιτία της δημιουργίας της Β’ Εκλογικής Περιφέρειας Αθηνών, που έπαιζε, και ακόμη παίζει, βασικό ρόλο στην εκλογή των κυβερνήσεων.


Στην ίδια λογική κινείται και ο Σύλλογος Μικρασιατών Αιγάλεω «Νέες Κυδωνίες». «Οι πρόσφυγες της Μικράς Ασίας έδωσαν πνοή στην Ελλάδα. Έτσι, στην περιοχή γύρω από το γνωστό τότε εργοστάσιο παραγωγής πυρίτιδας, το μπαρουτάδικο, εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τα μικρασιατικά παράλια, όπου αργότερα ίδρυσαν τις Νέες Κυδωνίες σε ανάμνηση των Κυδωνιών (Αϊβαλί) της Μικράς Ασίας που άφησαν πίσω τους.

Σταδιακά συγκεντρώθηκαν στην περιοχή Πόντιοι και Καππαδόκες, οι περισσότεροι από άλλες γειτονιές της Αθήνας που ανασυγκροτούνταν. Τα χρόνια πέρασαν, με την εργατικότητα, την ευρηματικότητά τους και μαζί με νέους κατοίκους από άλλες περιοχές της Ελλάδας, που έρχονταν ως εσωτερικοί μετανάστες, δημιούργησαν το Αιγάλεω, ένα όμορφο προάστιο της δυτικής Αθήνας και ταυτόχρονα μια πολυπολιτισμική πόλη» λέει ο κ. Γιάννης Κουτούλιας, μέλος του συλλόγου και υπεύθυνος του Μουσείου Μικρασιατικού Πολιτισμού Αιγάλεω.

«Ως σύλλογος στοχεύουμε στη διατήρηση της ιστορίας και της μνήμης των αλησμόνητων πατρίδων όλης της Μικράς Ασίας, από τις οποίες κατάγονται οι πρώτοι κάτοικοι του Αιγάλεω. Προσπαθούμε να αλλάξουμε την επικρατούσα άποψη που λέει ότι οι νέοι ξεχνούν και οι παλαιοί, όταν μιλούν για τέτοια θέματα, γίνονται γραφικοί.

Γι’ αυτό διοργανώνουμε ημερίδες, βιβλιοπαρουσιάσεις, σεμινάρια Ιστορίας, έχουμε τμήμα εκμάθησης τουρκικής γλώσσας, χορωδία και χορευτικό σύλλογο, τμήμα παραδοσιακού τραγουδιού, κάνουμε σεμινάρια υφαντικής, ενώ υπάρχουν ακόμη γιαγιάδες που φτιάχνουν μόνες τους τα καλλυντικά, όπως έκαναν τότε» λέει ο κ. Κουτούλιας.

Στα προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας σήμερα. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν

Ένωση Σμυρναίων

«Η Ένωση Σμυρναίων ιδρύθηκε τους πρώτους μήνες του 1936. Στην ίδρυσή της συνέπραξαν 35 εκλεκτοί Μικρασιάτες, οι περισσότεροι από τους οποίους κατείχαν διακεκριμένη θέση στη σμυρναϊκή κοινωνία πριν από το 1922. Ήταν άνθρωποι που μόλις στάθηκαν στα πόδια τους αποφάσισαν να ζωντανέψουν τη Σμύρνη στην Αθήνα» λέει ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Ένωσης Σμυρναίων, Γεώργιος Αρχοντάκης, φιλόλογος-ιστορικός.

«Σκοπός της Ένωσης Σμυρναίων είναι η ανάδειξη, διάσωση και διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς των ελληνικών πατρίδων της Μ. Ασίας, καθώς και η έρευνα, η μελέτη και η προβολή όλων των στοιχείων που συγκροτούν την ιστορία και τον πολιτισμό του μικρασιατικού Ελληνισμού πριν και μετά το 1922.

Εμείς τα κάνουμε πράξη με την έκδοση του επιστημονικού περιοδικού συγγράμματος «Μικρασιατικά Χρονικά» , της εφημερίδας «Μικρασιατική Ηχώ», αυτοτελών εκδόσεων και ιστοσελίδας στο Διαδίκτυο με θέματα συναφή προς τους σκοπούς της Ένωσης Σμυρναίων.

Επίσης, με την οργάνωση διαλέξεων, επιστημονικών συνεδρίων, σεμιναρίων, εκθέσεων, εκδρομών και άλλων πολιτιστικών εκδηλώσεων, καθώς και με την προκήρυξη διαγωνισμών, την απονομή επάθλων, υποτροφιών ή άλλων ηθικών αμοιβών.

Τέλος, με τη διατήρηση ειδικής μικρασιατικής βιβλιοθήκης, ιστορικού και φωτογραφικού αρχείου, καθώς και μουσειακής συλλογής κειμηλίων.

Επίσης, ας μην ξεχνάμε ότι πριν από δύο μήνες συμμετείχαμε ενεργά στην ενθρόνιση του μητροπολίτη Σμύρνης Βαρθολομαίου, όταν για πρώτη φορά ακούστηκε ο ήχος της καμπάνας ύστερα από 94 χρόνια. Η Σμύρνη είναι μια ευρωπαϊκή πόλη και αν πάτε σήμερα εκεί, θα αντικρίσετε μια διαφορετική προκυμαία από εκείνη του 1922.

Έχει επιχωματωθεί, φτιάχτηκαν διάδρομοι για τζόκινγκ, υπάρχει αρκετό γκαζόν και κάπως έτσι η απόσταση από τα σπίτια έχει μακρύνει αρκετά, για να μη θυμίζει σε τίποτα το κλίμα και την ιστορία μιας προκυμαίας που δεν θα σβήσει ποτέ από τη μνήμη μας.

Το μόνο που μας δημιουργεί πίκρα είναι ότι οι νέοι σήμερα δεν έχουν μεγαλώσει με τα ήθη και τα έθιμα που εμείς διατηρήσαμε εδώ και αρκετά χρόνια. Οι αναμνήσεις στρογγυλεύουν, ακούμε για συνωστισμούς, αναθεώρηση της Λωζάνης και όλα αυτά μαζί δημιουργούν έντονες ανησυχίες για το μέλλον».

Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πήγη, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.
loading...