loading...

Κάποτε τα μωρά παιδιά δεν είχαν παιδικό δωμάτιο ούτε καν κρεβατάκι. 


 Η μάνα είχε (γιαγιά προς γιαγιά κληρονομιά) μια νάκα από χοντρό πανί ή από δέρμα, έβαζε μέσα το μωρό, το τύλιγε με κανά υφαντό του αργαλειού, το κοβε στον ώμο κι αμολιότανε για το όργωμα, για τη σπορά, για τον θέρο, για το αλώνισμα, για τον μύλο, για τον τρύγο, για το πλύσιμο και το κοπάνισμα στη βρύση και στο ποτάμι, για τα πρόβατα…
Κρέμαγε τη νάκα με το παιδί (καλά βυζαγμένο για να μην κλαίει) από ένα γερό κλαρί κι άρχιζε τις δουλειές της. Και η νάκα με το μωρό κουνιόταν πέρα δώθε από το αεράκι και τα πουλιά από τα κλαδιά νανούριζαν το μωρό με τα γλυκοκελαηδήματά τους κι όταν το ξυπνούσε η μάνα του για να το ξαναβυζάξει είχε το μωρό τα μάγουλά του κατακόκκινα σαν γινωμένο ρόδι του καλοκαιριού και τα μάτια του είχαν μαζέψει μέσα τους όλο το χρυσάφι του ήλιου και το γαλάζιο τ ουρανού.





Αργά το βράδυ ξεκρέμαγε η μάνα τη νάκα απ το κλαρί, την πέρναγε ξανά στον ώμο κι έπαιρνε το μονοπάτι για το σπίτι. Άλλαζε το μωρό, το βύζαινε και το ʼβαζε μετά στο μπεσίκι (σαρμανίτσα), φτιαγμένο με το χέρι από ξύλο καλό, στολισμένο με ζωγραφιές από λουλούδια και πουλάκια και χρώματα, κάποιες φορές σκαλιστό, κι ύστερα με το πόδι (για να χει τα χέρια ελεύθερα για τη ρόκα, για το ξεσπύρισμα του καλαμποκιού και των ξερών φασολιών, για το ξάσιμο του μαλλιού, για το πλέξιμο και το κέντημα…) κούναγε το μπεσίκι πέρα-δώθε, πέρα-δώθε, πέρα-δώθε…Ήταν έτσι κατασκευασμένη που με το πόδι της Γιαγιάς, της Μάνας ή της μεγάλης Αδερφής κυλιόταν κατά το ήμισυ και στο πλάϊ βοηθώντας το μωρό ή το μικρό παιδί να το πάρει ο ύπνος, να κουνιέται πέρα δώθε και έτσι να πάψει να λιγώνει(λίγωσε από το κλάμα λέγαμε) και για να κοιμάται ευκολότερα.
Τα πλαϊνά του ήταν με στενές σανιδούλες (πήχες) για να μην υπάρχει φόβος να πέσει κάτω το μωρό και προς το κεφάλι ήταν ψηλότερο σε σχέση με τα πόδια. 
Κι ο ύπνος πάντα βέβαια με το νανούρισμα ή με το τραγούδι. «…με τό’ νασ χέρι κούναμε και με τα χέρια σ’ γνέσε …» λέει το τραγούδι της Χάϊδως. Και το μωρό στη σαρμανίτσα, γεμάτο από τη ζωή που ρούφηξε όλη τη μέρα, νανουρισμένο από το ρυθμικό, μαλακό κούνημα, από τις σιγανοκουβέντες, τα παραμύθια και τα τραγούδια, πέταγε στους εφτά ουρανούς και κλείνανε τʼ αγγελικά του μάτια κι ακουγόταν η ανασούλα του καθώς, λένε, ακούγεται το αεράκι σαν περνά μέσα από τα δέντρα του Παραδείσου.
 Και μετά σβήνανε οι λάμπες και τα λυχνάρια, πλάγιαζαν κι οι μεγάλοι κι οι μικροί στρωματσάδα αποκαμωμένοι από τον κάματο της ημέρας κι άφηναν το νανούρισμα του χωριού να τους πάρει στην αγκαλιά του…τη φωνή του γκιόνη από την αντικρινή ράχη, το μονότονο τραγούδι των τριζονιών μέσα στις φυλλωσιές του κήπου, το αλύχτημα των σκύλων προς στο φεγγάρι, το γκάρισμα από ένα γαϊδούρι που είχε αϋπνίες, το χτύπημα από τις οπλές των αλόγων στο κατώι, την κραυγή ενός τσακαλιού που ετοιμαζόταν να βγει για κυνήγι στην πέρα ράχη, το τροκάνι μιας γίδας που ξυνότανε νυχτιάτικα. 
Κι αύριο μέρα του Θεού θα ξημέρωνε! Κι αύριο το φως του ήλιου θα ξύπναγε γλυκά τα όνειρα  των ανθρώπων!





Η κούνια και ο ύπνος του μωρού και του παιδιού είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με το Νανούρισμα.
Νανούρισμα με τραγούδια, με παραμύθια, με ιστορίες. Νανουρίσματα και ταχταρίσματα αγάπης και τρυφερότητας όπως το παρακάτω που έμαθα από την αείμνηστη Μάνα μου την Κατέρω(Κατερίνη) και το κατέγραψα. 

Κατέβα, ύπνε, απ’ τα βουνά
κι έλα να βοηθήσεις 
τούτο μικρό παιδάκι μου
να πάψει να λιγώνει…
Κοιμήσου εσύ πουλάκι μου
κι εγώ θα σε κουνάω.

Θα ξεδιαλέξω να σου πω 
το πρώτο παραμύθι
για να σε πάρουν τα όνειρα…
με τις δουλειές μου να πιαστώ
γιατί η μέρα σώνει…

Κοιμήσου αγγελούδι μου
όσο να ξημερώσει
να πάει ο ήλιος νια τριχιά,
η μέρα να ζεστάνει!!!
Σε θέλω αητό να πέτεσαι
ξεφτέρι να ζυγιάζεις!!!  





Ενα μικρό μικρούσικο , μικρό στη σαρμανίτσα .
Εχει σαρμάντσα παρδαλή , φασκιά , μαλαματένια .
Τρεις βαϊοπούλες το κουνούν και τρεις το κανακεύουν 
κι η μια την άλλη λέγανε κι η μια την άλλη λένε : 
Ελάτε ν’ αγοράσουμε κουδούνια με χεράκια 
για να τ’ ακούει η μάνα του να χαίρεται η καρδιά της ,

για να τ’ ακού ο πατέρας του ν’ αρέσκεται η καρδιά του . 
Νάνι, ω ,ω ,ω,…….


 


Κοιμήσου καλορίζικο και καλοτελειωμένο,

που σ’ εχ’ αφέντης ο Χριστός καλά μελετημένο.

Κοιμήσου, που να σε χαρεί η μάνα που σε γέννα

κι αφέντης όπου σ’ έκανε να ιδεί καλά ‘πο σένα.

Ο ύπνος μου στα μάτια σου και η γεια μου στη χαρά σου

και η αγρυπνιά σου μετ’ αμέ να κάνουν τα προικιά σου.


 

Κοιμάται εμένα ο σκρίνος μου
και πώς θα τον ξυπνήσω,
πού θα βρω διαμαντόπετρες
να τον πετροβολήσω;

Ζαλίζομαι, ζαλίζομαι
όταν σε συλλογίζομαι.

Κοιμάται εμένα ο σκρίνος μου
και πώς θα τον ξυπνήσω;
Να πάρω το ροδόσταμο
να τον δροσολογήσω.

Ζαλίζομαι, ζαλίζομαι
όταν σε συλλογίζομαι.

Πάρε το ύπνε το παιδί,
κι άμε το στα περβόλια.
Γέμισε τα στηθάκια του,
γαρύφαλλα και ρόδα.
Κοιμήσου εσύ , μωράκι μου,
σε κούνια καρυδένια,
σε ρουχαλάκια κεντητά
και μαργαριταρένια.
Κοιμήσου με τη ζάχαρη,
κοιμήσου με το μέλι
και νίψου με το ανθόνερο,
που νίβονται οι αγγέλοι.

Σχόλια

σχόλια

Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πήγη, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.
Loading...