Τρεις δεκαετίες και βάλε από το σχηματισμό του θρυλικού συγκροτήματος, ο Πέτρος Μπιρμπίλης θυμάται τον αυθόρμητο, σχεδόν αυτοσχέδιο τρόπο που γύριζε τα βιντεοκλίπ τους, στο κλίμα μιας φιλίας αγνής και απροσποίητης.

1992. Πέρασαν χρόνια. Κι ενώ όλα έχουν αλλάξει λες και δεν άλλαξε τίποτα. Παρ’ όλα αυτά η απόσταση που δίνουν οι μέρες και τα χρόνια, σε κάνει να δεις πιο καθαρά το πλαίσιο μέσα στο οποίο έζησες μια εποχή, ένα κομμάτι από τη ζωή σου, όλα εκείνα που όσο τα ζεις δεν καταλαβαίνεις τη σημασία τους. Δεν είναι χαρούμενο ούτε ωφέλιμο να μιλάς για το παρελθόν.

 
Ακόμη κι όταν μιλάς για την ίδια τη χαρά, για τα γέλια, για τα όνειρα, μιλάς για πράγματα που πλέον είναι νεκρά. Ο παρών χρόνος στο διάλογο με το κάποτε κρύβει επίσης αυταπάτες κι ψέματα. 
 
Ας μιλήσω λοιπόν για εκείνο το «παρών», για εκείνον τον ενεστώτα που αν και τον αφήσαμε πίσω μας κούρνιαξε αλώβητος μέσα μας. Εικόνες που έμειναν από την εποχή που η ζωή μου συναντήθηκε με τη ζωή των Στέρεο Νόβα.
 
Αυτοί οι τρεις πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους είχαν αναπτύξει ένα δικό τους κώδικα. Από την απόλυτη σιωπή μπορούσαν αίφνης να ξεσπούσαν σε τρελά γέλια, με αστεία του Μιχάλη συνήθως, εντελώς φευγάτα.

Γνώρισα τον Κωνσταντίνο Βήτα σε ένα από τα κλαμπ που ήταν εκείνη την εποχή της μόδας. Μας σύστησε ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος, με τον οποίο συνεργαζόμουν σε μια παραγωγή για την τηλεόραση. Πηγαίναμε σε εκείνο το στέκι όλοι, όλα τα ανήσυχα παιδιά της Αθήνας.

Εκεί όπου τα Δυτικά Προάστια συναντούσαν τους γόνους της Εκάλης και της Κηφισιάς, τα αγόρια των συνεργείων αυτοκινήτων τα κορίτσια καριέρας, τα παιδιά της Σχολής Καλών Τεχνών τους bodybuilders, οι γκέι τους μπαϊσέξουαλ και τις τρανς. Το Διαδίκτυο δεν είχε ακόμα εισβάλει στη ζωή μας, κάτι που κρατούσε παρέες και συντρόφους πιο κοντά. 

Το lifestyle, όμως, είχε χτυπήσει ήδη τις πόρτες μας χωρίς τίποτα να προμηνύει τα επακόλουθα της κρίσης.

 

Μια γενιά καλοπροαίρετη και χαμένη ταυτόχρονα. Μια γενιά ρομαντική που τα ήθελε όλα, που προσκυνούσε την ηλεκτρονική μουσική σε ναούς ευφορίας, όπως το Factory και το Fazz, ή στα αξεπέραστα ρέιβ στα Οινόφυτα.

Tα βράδια, ακόμα και τις καθημερινές, οι Έλληνες «άρχοντες» ξεφάντωναν μέχρι πρωίας στα «μπουζούκια», πνίγοντας με γαρδένιες την Άντζελα Δημητρίου, («Εξαιρούνται τα μεγάλα σου μάτια τα πυκνά σου μαλλιά»), τον Πανταζή («τό ‘πε τό ‘πε ο Παπαγάλος») και τη Ρίτα, η οποία τραγουδούσε για τον πρωθυπουργό το «Είναι γάτα είναι γάτα ο κοντός με τη γραβάτα…» ή διαδήλωνοντας στην Πλατεία Συντάγματος για το νόμο Παπαθεμελή που έκλεινε διά νόμου τα νυχτερινά μαγαζιά στις 3.00 αυστηρά.

Αυτά ήταν τα 90’ς. Και μέσα σε αυτόν τον προθάλαμο, εμείς, τα αλλοπρόσαλλα, σε μια παραζάλη νεότητας, χορεύαμε και χορεύαμε με απελπισμένη χαρά, μέχρι να έρθουν τα χαράματα, για να πάμε στα after clubs, όπου θα συνεχίζαμε μέχρι επόμενο το απόγευμα.

Μια γενιά καλοπροαίρετη και χαμένη ταυτόχρονα. Μια γενιά ρομαντική που τα ήθελε όλα, που προσκυνούσε την ηλεκτρονική μουσική σε ναούς ευφορίας, όπως το Factory και το Fazz, ή στα αξεπέραστα ρέιβ στα Οινόφυτα. Ήμασταν ακόμα αθώοι κι ορθάνοιχτοι στη ζωή. Εκτεθειμένοι, εύθραυστοι, ονειροπόλοι, στοχαστικοί. Απελευθερωμένοι, αλλά και ενοχικοί για τις ασωτίες και τα παραστρατήματα, κάτι που τα έκανε να φαίνονται πιο σπουδαία από αυτό που πραγματικά ήταν. 

Κάναμε σεξ, ερωτευόμασταν, πότε-πότε βάζαμε και τα κλάματα. Γιατί έτσι είναι η νιότη. Σου δαγκώνει το σβέρκο σαν λυσσασμένη γάτα, ενώ εσύ χτυπιέσαι δίχως διέξοδο, δίχως ελπίδα. Επειδή θέλεις να δεις την κόλαση, θέλεις να δεις τον Θεό, θέλεις να είσαι στη σωστή θέση για την επερχόμενη συντέλεια, που αν ήταν δυνατόν να έχεις προκαλέσει εσύ κι η παλιοπαρέα.

 
Οι Stereo Nova στον κινηματογράφο Star της Ομόνοιας.

Θυμάμαι, λοιπόν, τον Κ.Β που δεν μιλούσε σχεδόν ποτέ. Ήταν απόμακρος σαν ήρωας σε μυθιστόρημα. Με μια υπόγεια, εσωτερική ζωή, που δεν μας επέτρεπε να τη δούμε, αλλά που πίσω από την ηρεμία της διέκρινες μια θύελλα.

Σε αντίθεση με εκείνον που σιγόβραζε, εγώ καιγόμουν σε ένα παραλήρημα μπας και μου ξέφυγε κάτι που δεν έζησα ακόμα. Γίναμε φίλοι γρήγορα με τον Κωνσταντίνο. Αποτέλεσμα μιας ακατανόητης «χημείας», διότι τότε ποτέ δεν καταλάβαινα τι σκεφτόταν. Έπρεπε να υποθέτω τα πάντα. Τις επόμενες μέρες γνώρισα και τον Μιχάλη και τον Αντώνη, ο οποίος ήταν ο τρίτος του γκρουπ για ένα διάστημα. 

Μαζευόμασταν στο Περιστέρι, στο μικρό ισόγειο διαμέρισμα του Κ.Β, με τα μονίμως χαλασμένα υδραυλικά, τους δίσκους και τα CD, τα συνθεσάιζερ, τους μισοτελειωμένους πίνακες ζωγραφικής, το ποδήλατο, κατά διαστήματα κι ένα κουτάβι που τριγυρνούσε ανάμεσά μας. Αυτοί οι τρεις πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους είχαν αναπτύξει ένα δικό τους κώδικα. Από την απόλυτη σιωπή μπορούσαν αίφνης να ξεσπούσαν σε τρελά γέλια, με αστεία του Μιχάλη συνήθως, εντελώς φευγάτα. 

Ο Κωνσταντίνος συμπλήρωνε με κάτι εξίσου «κουφό» και τα γέλια γίνονταν ακόμη πιο δυνατά. Παράλληλα, στις συναυλίες τους, από τα παρασκήνια ή ανάμεσα στο κοινό όπου στεκόμουν, έβλεπα πόσο πολύ ο κόσμος ταυτιζόταν με το συγκρότημα. Ήταν σαν μια σπίθα που σιγά-σιγά γινόταν φωτιά. 

Εγώ εργαζόμουν στην τηλεόραση, στα νεοσύστατα ιδιωτικά κανάλια, σκηνοθετώντας εκπομπές μεγάλης θεαματικότητας. Ούτε η δημοσιογραφία ούτε η συγγραφή είχαν μπει στη ζωή μου. Κέρδιζα πολλά λεφτά, που για να βγουν όμως έφτυνα αίμα.

 
Τα 24 χρόνια που πέρασαν από την πρώτη μας συνάντηση με τον Κ.Β. και τους Στέρεο Νόβα δεν μας χώρισαν. Μας έφεραν πιο κοντά κι ας χαθήκαμε κατά διαστήματα. Και μας χάρισαν την αληθινή φιλία.

Θα σας πω τώρα για τα βίντεο κλιπ των Στέρεο Νόβα. Έχει ενδιαφέρον νομίζω ο τρόπος που φτιάχτηκαν. Μια μέρα, εκεί που καθόμασταν, ο Κωνσταντίνος με ρώτησε αν θα μπορούσα να κάνω ένα βίντεο κλιπ για το New Life ή Νέα Ζωή. Πνιγόμουν στη δουλειά για να μπορέσω να κάνω γυρίσματα.

Έτσι είχα μια ιδέα. Να πάρουν μια κάμερα μια ερασιτεχνική VHS που δανειστήκαμε μιας και δεν υπήρχε η δυνατότητα να νοικιάσουμε επαγγελματική κάμερα- και να βγουν στο δρόμο, όπου θα τραβούσαν ό,τι ήθελαν. Ύστερα να μου φέρουν το υλικό που εγώ θα μόνταρα. 

Ο Κωνσταντίνος με κοίταξε αμήχανα. Όταν μερικές μέρες αργότερα έφερε τα πλάνα, (ταράτσες, κεραίες τηλεόρασης, κατσαρόλες…) χάθηκα για αρκετές ώρες στην αίθουσα του μοντάζ, στα κρυφά, επειδή υποτίθεται πως τις ώρες εκείνες μοντάριζα μια εκπομπή για το ΜΕGA, δίνοντας ζωή σε αυτό το υλικό. Έτσι εικονοποιήθηκε το Νew Life. 

Το αποτέλεσμα δεν θύμιζε κανένα από τα βίντεο κλιπ που παιζόντουσαν στα κανάλια. Πρώτα απ’ όλα, δεν ήταν ακριβώς βίντεο κλιπ ούτε διαφημιστικό – υπό καμία έννοια. Ήταν βίντεο αρτ. Φτιαγμένο από εικόνες που είχαν βγει από μέσα μας, λες για να χορτάσουν την πείνα της ψυχής μας. Ούτε μια στιγμή δεν σκεφτήκαμε ότι απευθύνονταν σε ένα κοινό ή ότι έπρεπε να είναι θελκτικό για τα μάτια. 

Ο Κωνσταντίνος, ο Μιχάλης, ο Αντώνης, δεν φαινόντουσαν σχεδόν καθόλου σε αυτό, όλα τα αντικείμενα ήταν «καμένα» στο φως, κι όλα τα πλάνα κουνιόντουσαν σαν ζαλισμένα. Δεν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Διότι έτσι ήμασταν, έτσι ήμουνα. Όσα ακολούθησαν μας έκαναν να καταλάβουμε πως ό,τι έγινε έγινε σωστά. 

Σε μερικές εβδομάδες το New Life παιζόταν στο βρετανικό ΜTV. Και μέσα από το χρόνο και τα χρόνια που πέρασαν, έγινε το βίντεο-ορόσημο μιας δεκαετίας. Ακόμα παίζεται πού και πού στα κανάλια. 

Το ίδιο συνέβη και με τα επόμενα. Συνεχίσαμε να δουλεύουμε στην ίδια φόρμουλα. Ο Κωνσταντίνος από ένα σημείο κι ύστερα καθόταν δίπλα μου στο μοντάζ. Τις περισσότερες φορές δεν χρειαζόταν να πούμε τίποτα.

Οι εικόνες του καθενός μπορεί να ήταν διαφορετικές, αλλά μέσα από αυτήν τη σύγκλιση του ενός προς τον άλλον βρήκαμε μια κοινή διάλεκτο. Δίχως φωνήεντα και σύμφωνα.

3.000 μέρες, Δεν αλλάζω τα ηχεία μου, Το ταξίδι της Φάλαινας.
Βίντεο που μεγάλωσαν μια γενιά, ίσως και περισσότερες από μία. Ακόμη και πριν από μια βδομάδα ένας 30χρονος μου έλεγε πόσες σκέψεις του γέννησαν, ενώ ήταν στην εφηβεία, εκείνα τα κλιπ. Που να το φανταζόμασταν! 

2016. Οι μέρες και τα χρόνια τρέχουν, οι γενιές αλλάζουν. Ίσως και όχι. Το σίγουρο είναι ότι τα ίδια όνειρα κάνουμε πάντα. Σε διαφορετικά μαξιλάρια ονειρευόμαστε τον παράδεισο, την ευτυχία.

Τα 24 χρόνια που πέρασαν από την πρώτη μας συνάντηση με τον Κ.Β. και τους Στέρεο Νόβα δεν μας χώρισαν. Μας έφεραν πιο κοντά κι ας χαθήκαμε κατά διαστήματα. Και μας χάρισαν την αληθινή φιλία. Σπάνια μιλάμε για το τότε. Σχεδόν ποτέ. Αλλά το «τότε» υπάρχει στα μάτια μας. Εκείνοι οι ευαίσθητοι αλήτες που ανάμεσα στα ξενύχτια έγραφαν ή διάβαζαν ποιήματα, τα ρομαντικά παιδιά που υπήρξαμε, δεν χάθηκαν.

Κάπως αποκαμωμένα από τις εμπειρίες, αλλά ολοζώντανα ακόμα ανασαίνουν μέσα μας. Μας μιλούν με άλλες γλώσσες, μας ζητούν άλλα πράγματα. Η Μιράντα, το Μοτοκούζι, οι 3.000 μέρες, ο Εξώστης, δεν έσβησαν. Μέσα στις καρδιές μας, μες στην καρδιά μου, υπάρχουν πάντα. Ένα ξέφωτο ζεστό και υγρό, γεμάτο αναμνήσεις και αισθήματα. 

Ήταν ένα ερημικό νησί στον ωκεανό εκείνη η εποχή. Ένα νησί όπου μας ξέβρασε σαν ναυαγούς το μεγάλο κύμα. Και μέσα από όλα αυτά που ζήσαμε εκεί, σε εκείνες τις απαλές αμμουδιές και σε εκείνα τα κοφτερά βράχια, μαζί με όλες τις περιπέτειες και τα ταξίδια που μας όρισε η ζωή, είμαστε αυτοί που είμαστε, είμαι αυτός που είμαι, κι αυτά που γράφω σήμερα.

 
Screenshot από το βίντεο «I wanna be K.B.» του Πέτρου Μπιρμπίλη, που έκανε πριν τη συναυλία του Κωνσταντίνου Βήτα στο ΡΟΔΟΝ, όπου ο δημιουργός παριστάνει έναν μανιοκαταθλιπτικό που έχει ταυτιστεί με τον Κωνσταντίνο Βήτα.
 
Εξώστης
 
Θα θυμάμαι πάντα τα μάτια του φίλου μου
ν’ ακολουθούν σαν πουλιά τις γραμμές του τρένου
να κοιτάνε στον ορίζοντα ένα τοπίο άβατο
να σκέφτονται αν η αγάπη είναι πιο κρύα απ’ το θάνατο
 
Από ένα εξώστη μου έδειχνε μια άλλη ζωή
τώρα αυτός είναι στο διάστημα κι εγώ ακόμα στη Γη
περπατώντας σ’ ένα επίπεδο προάστιο
σημαδεύω τους ανθρώπους μ’ ένα κομμένο λάστιχο
 
Κι εγώ που πάντα ήθελα να ζήσω μαζί σου
φτιάχνω τον κόσμο μ’ ένα κομμάτι της ψυχής σου
κι απ’ τον εξώστη εκείνο βλέπω την ίδια ταινία
κάθε καλοκαίρι το “θάνατο στη Βενετία”
κι αναρωτιέμαι πάλι οι προσευχές μου πού πάνε
κι αν έχουν γίνει πουλιά προς τα πού πετάνε
 
Χιλιάδες εικόνες έρχονται σαν κύματα αλλεπάλληλα
μου στέλνεις μηνύματα συνθήματα στους τοίχους
στο κέντρο της πόλης όπου κοιτάξω
η ζωή μου όλη μια μεγάλη απόδραση με τον Ήτα-Βήτα
για μεγάλους κλέφτες σαν τον Κ. Βήτα
στέκομαι εδώ χωρίς να ξέρω τι θέλω
κι είναι τόσο ωραία όλα αυτά που πιστεύω
 
Κι εγώ που πάντα ήθελα να ζήσω μαζί σου
φτιάχνω τον κόσμο μ’ ένα κομμάτι της ψυχής σου
κι απ’ τον εξώστη εκείνο βλέπω την ίδια ταινία
κάθε καλοκαίρι το “θάνατο στη Βενετία”
κι αναρωτιέμαι πάλι οι προσευχές μου πού πάνε
κι αν έχουν γίνει πουλιά προς τα πού πετάνε
 
Ταξίδεψέ με όπου εσύ πιστεύεις
είμαι τυφλός και μόνο εσύ το ξέρεις
τα πιο όμορφα πράγματα χάνονται γρήγορα
άνθρωποι, σύννεφα, το μελάνι στα ποιήματα
 
Πόσο παράξενα χτυπάει τώρα η καρδιά μου
υπάρχει άδικο έξω απ’ τα όνειρά μου
θυμάμαι στα μάτια σου να σχηματίζεται το άπειρο
θυμάμαι στα μάτια σου να σχηματίζεται το άπειρο
 
Κι εγώ που πάντα ήθελα να ζήσω μαζί σου
φτιάχνω τον κόσμο μ’ ένα κομμάτι της ψυχής σου
κι απ’ τον εξώστη εκείνο βλέπω την ίδια ταινία
κάθε καλοκαίρι το “θάνατο στη Βενετία”
κι αναρωτιέμαι πάλι οι προσευχές μου πού πάνε

κι αν έχουν γίνει πουλιά προς τα πού πετάνε

            

Από τον Πέτρο Μπιρμπίλη

Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πήγη, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.
loading...