Δεν έχω ιδέα πως να ξεκινήσω. Δεν έχω καν ιδέα τι να γράψω. Δυσκολεύομαι να συγκεντρώσω τις σκέψεις μου. Προσπαθώ να πνίξω τον θυμό μου. Προσπαθώ να αποστασιοποιηθώ. Θέλω να είμαι ουδέτερη κι αντικειμενική. Κλείνω τα μάτια. Και βλέπω τα μάτια της. Αυτά που έκλεισαν για πάντα. Που δεν πρόλαβαν να δουν όλα αυτά που ονειρευόταν.

Διαβάζω τους τίτλους κι ο θυμός μου φουντώνει. Πουθενά το όνομα της. Πουθενά η φωτογραφία της. Απλή αναφορά στην καταγωγή της. Σαν αυτή η καταγωγή να δίνει άλλοθι στον δολοφόνο. Σαν αυτή η καταγωγή να την καθιστά αναλώσιμη για τους περισσότερους. Δυσκολεύομαι να διαβάσω παρακάτω. Μου φτάνει που είδα κάπου «σιγά μωρέ. Γυφτάκι ήταν». Θέλω να ουρλιάξω. Θέλω να τους βρω έναν-έναν και να τους ταρακουνήσω. Να τους δείξω τη φωτογραφία της. Να τους φωνάξω το όνομα της.

Χάθηκε ένα παιδί. Ένα παιδί που έκανε όνειρα. Που ήθελε να ξεφύγει από τον καταυλισμό. Φίλοι που μένουν στην περιοχή μου είπαν ότι ήθελε να γίνει δικηγόρος. Διάβαζε για να μπορέσει να αλλάξει την ζωή της. Για να μην είναι απλά άλλο ένα γυφτάκι. Για να μην θεωρείτε άνθρωπος γ’ κατηγορίας για τους πολλούς. Βρέθηκε στο λάθος μέρος, τη λάθος ώρα. Η σφαίρα δεν προοριζόταν γι’ αυτήν. Προοριζόταν όμως για να σκοτώσει. Η ζωή της χάθηκε γιατί απλά κάποιος θεώρησε ότι μπορεί να πυροβολεί ανθρώπους. Ότι η ζωή των «γύφτων» δεν έχει αξία. Ένας λιγότερος που δεν θα λείψει σε κανέναν.

Ο θυμός μου γίνεται λύπη. Κι απογοήτευση. Είναι δυνατόν άνθρωποι να ευτελίζουν έτσι την ανθρώπινη ζωή; Είναι δυνατόν γυναίκες, και μάλιστα μάνες, να ισχυρίζονται ότι δεν έγινε κάτι τραγικό; Ότι της άξιζε να πεθάνει της γύφτισσας; Δεν μπορώ να το επεξεργαστώ. Ένα παιδί σκοτώθηκε. Κι αντί αυτό να μας κάνει έξαλλους ψάχνουμε να βρούμε ελαφρυντικά και δικαιολογίες. Αντί να σκύψουμε το κεφάλι, υψώνουμε τη γροθιά μας. Αντί να καταδικάσουμε την πράξη, ξερνάμε χολή και ρατσισμό. Και δεν μας περνάει καν από το μυαλό ότι ίσως στη θέση του να ήταν το δικό μας παιδί.

Γράφω και τρέμω. Από θυμό. Δάκρυα τρέχουν. Από λύπη. Κλείνω τα μάτια και τα βλέπω. Τα δικά της μάτια. Είχε όνειρα. Είχε ελπίδα. Είχε ζωή. Είχε όνομα. Δεν ήταν απλά ένα γυφτάκι. Είχε όνομα. Την έλεγαν Γιαννούλα  Καραχάλιου. Ήταν δεκατριών χρονών. Εκείνο το πρωί μιλούσε. Εκείνο το πρωί έτρεχε. Εκείνο το πρωί γελούσε. Ήταν παιδί. Σήμερα είναι νεκρή. Μαζί με τα όνειρα και τις ελπίδες της. Μια μάνα αποχαιρέτησε για πάντα το παιδί της. Δεν θα ξαναδεί τα μάτια του. Δεν θα ξανακούσει την φωνή του. Δεν θα της ξαναχαμογελάσει.

Είχε όνομα, μ’ ακούς ; Δεν ήταν απλά η δεκατριάχρονη Ρομά που έχασε την ζωή της χωρίς λόγο. Δεν ήταν το γυφτάκι που έπαθε ότι του άξιζε. Είχε όνομα. Την έλεγαν Γιαννούλα. Και δολοφονήθηκε. Δεν ήταν ατύχημα. Δεν ήταν τυχαίο γεγονός. Ήταν δολοφονία. Δολοφονία που κάποιοι δικαιολόγησαν. Και μια κοινωνία που δικαιολογεί δολοφονίες μικρών παιδιών νοσεί. Ήταν απλά ένα παιδί. Το δικό σου. Το δικό μου. Το δικό μας.

ΕΙΧΕ ΟΝΟΜΑ. ΤΗΝ ΕΛΕΓΑΝ ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ. Κι εσύ που βρήκες ελαφρυντικό και δικαιολογία είσαι το ίδιο ένοχος με τον δολοφόνο.

 

 

πηγη

 

 

 

 

 

 

 

Σχόλια

σχόλια

Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πήγη, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.
loading...