Χιλιάδες γυναίκες, νεότατες έμειναν μόνες μ’ ένα παιδί στην αγκαλιά για να μετράνε αργότερα τα χρόνια της εξορίας τους και του παιδιού τους εκεί τα πρώτα λόγια. Γιατί δε μίλησε κανένας για τις γυναίκες που έμειναν με το παιδί στην κοιλιά, παλεύοντας τη φτώχεια, το φασισμό, την περιφρόνηση και την ειρωνεία; Γιατί δεν ασχολήθηκε ποτέ κανείς με τις μάνες εκείνης της φριχτής εποχής και την ιστορία μας;

Ενα απόσπασμα από το βιβλίο της Παγώνας Στεφάνου “Των αφανών. Δυο τετράδια, δυο τετραετίες” (εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1998).

“Τραγούδια δεν ακούγονταν όπως παλιά στη γειτονιά τα βράδια, όταν τα παλικάρια γυρνούσαν απ’ τη δουλειά και τον περίπατο στα σπίτια τους. Μια μακρινή συνήθεια από ό,τι θυμάμαι να σταματούν εδώ στην πλατέα μας, εδώ πού έμαθαν να παίζουν, να χορεύουν, να ορίζουν, να μαλώνουν, να παλεύουν και ν’ αγαπούν…

Είπα για τα αδέρφια Χρίστο και Μενέλαο Ναλμπάντη. Ο μεγαλύτερος σκοτώθηκε. Έβλεπα τη μάνα τους να ανηφορίζει για το σπίτι της περνώντας δίπλα απ’ το δικό μας. Σταματούσε κάθε τόσο γιατί είχε άσθμα. Δε μιλούσε πολύ και δε γελούσε τότε καθόλου. Μέσα από τη σιωπή της ακουγόταν ο μεγάλος της πόνος…

Μού ‘λεγε κάποτε η αδερφή του Χριστόφορου, πως συχνά κατέβαινε στο σπίτι τους για ψωμί. Την τελευταία φορά που ήρθε, αυτή κοιλοπονούσε, γεννούσε στο σπίτι. Χτύπησε δυο τρεις φορές, όπως το συνήθιζε, κανείς δεν του άνοιξε. Ξαναχτύπησε. Του λένε από μέσα, φύγε, είναι αδύνατο, γεννάει η Παναγιώτα. «Έφυγε το αδερφάκι μου και δεν το ξανάδαμε από τότε.» Σκοτώθηκε πολύ νωρίς στον εμφύλιο.

Τη μάνα του, μια περήφανη μάνα, δεν την είδα ποτέ δακρυσμένη. Περπατούσε και πετούσε. Δεν κατηγόρησε και δε μίσησε ποτέ ως καλή χριστιανή. Πίστευε πως το παιδί της ήξερε πολύ καλά τι έπρεπε να κάνει.

Η Λιάναινα είχε δυο κόρες στη φυλακή (ανήλικη η Μερσίνα),  τρεις γιους και το γαμπρό της στο αντάρτικο. Από τα παλικάρια έζησε μόνο ένας. Όλα τα χρόνια συντροφιά με το Γιαννάκη τον εγγονό της και τα ζωντανά της περίμενε, περίμενε…

Η Ζηκίδαινα είχε δυο αγόρια στο Δημοκρατικό στρατό και μια κόρη στη φυλακή. Ούτε αυτή βλαστήμησε ποτέ τη μοίρα της. Τις ώρες που περίμενε είχε τα χέρια της πλεγμένα κάτω από την ποδιά, το βλέμμα στυλωμένο απέναντι και περίμενε, χρόνια πολλά περίμενε…

Η θειά Κουστάλλω μοναχογιό τον είχε. Κι έμαθε στα γεράματα γράμματα, για να ’χει τη χαρά να του γράφει η ίδια, αλλά προπαντός να μπορεί να διαβάζει κάθε μέρα, όποτε ήθελε, τα δικά του γράμματα…

Η Βράναινα είχε τρία παιδιά στο Δημοκρατικό στρατό και ένα εξορία.  Από τους αντάρτες έζησε ένας…

 

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΠΟΛΥ ΚΑΛΕΣ ΦΙΛΕΣ, κοπέλες της επονίτικης συντροφιάς του γυμνασίου, το ’χαμε λίγο και σαν καθήκον να περνάμε από τα σπίτια των φίλων μας που είχαν φύγει, να λέμε δυο κουβέντες με τις μάνες τους. Προσπαθούσαμε να κάνουμε καλαμπούρι, να τραγουδήσουμε, δεν έβγαινε. Κι άλλη φορά πάλι το νιώθαμε, εκείνες αποζητούσαν τη συντροφιά και την «καλημέρα» μας και έψαχναν ανάμεσά μας για να βρουν νύφη που θα άξιζε στο γιό τους, μα πιο πολύ την κόρη που θα ταίριαζε στην ίδια περισσότερο.

Η ΓΙΑΓΙΑ ΣΤΑΜΑΤΑ είχε δυο γιους στο αντάρτικο κι αυτή μισότυφλη ύφαινε προίκες κοριτσιών για να ζήσει. Να μάθει πως και τα δυο παιδιά της σκοτώθηκαν.

Η Τσολάκαινα μονάκριβο τον είχε. Δεν έκλαψε ποτέ μπροστά μας. Φορτωμένη την πίκρα του χωρισμού και τη μοναξιά της, δεν τα μοιράστηκε ποτέ με κανέναν. Τη βρήκαν πεθαμένη μέσα στον κήπο της. Μπορεί και να τον φώναξε, ποιος ξέρει!…

Ο μπαρμπα-Πασχάλης άφησε το σπίτι του, πήρε τις κόρες του και ξενιτεύτηκε. Το ένα παλικάρι του το σκότωσαν οι Γερμανοί. Το άλλο βγήκε στο αντάρτικο. Η κόρη του η Βασιλική καταδικάστηκε σε θάνατο. Ευτυχώς, δεν τη σκότωσαν.

Του μπαμπά σου η μάνα ήταν φυλακή. Ο πατέρας του εξορία. Η θεία του εξορία κι αυτή. Ο θείος σου Γιάννης καταδικασμένος σε θάνατο. Το θείο του το Χαρίλαο τον σκότωσαν με τις πέτρες. Ο μπαμπάς σου στη φυλακή και σε συνέχεια στην εξορία. Ένα σπίτι ρημαγμένο. Η γιαγιά του η παπαδιά, ογδόντα χρονώ ολομόναχη μέσα, και οι τραμπούκοι να της βροντούν την πόρτα κάθε βράδυ μεσάνυχτα…

Ο Χρίστος κι ο Λεωνίδας ήταν αδέρφια. Κι οι δυο στο Δημοκρατικό στρατό. Σκοτώθηκαν κι οι δυο. Έζησε μόνον ο γιος του πρώτου, αντάρτης κι αυτός…

Η Αρβανίταινα είχε τρία παιδιά στο αντάρτικο. Ευτυχώς έζησαν όλα…

Η κυρά Σουλτάνα παρακάτω, τρία είχε κι αύτη, έζησε μόνο ένας. Η Αγγελικώ είχε κι αυτή ένα παιδί της στο αντάρτικο. Έζησε.

Η Κοντογιάνναινα είχε δύο. Ο μικρότερος σκοτώθηκε πολύ νέος. Η Παυλούδαινα, μια όμορφη και γλυκιά μάνα, είχε ένα παιδί στο αντάρτικο κι ένα στη φυλακή…

Το πρώτο παιδί της Ιωαννίδαινας σκοτώθηκε στον πόλεμο του ’40. Δυο πέθαναν στο σανατόριο, το τέταρτο σκοτώθηκε αντάρτης. Η ίδια με σαλεμένο το λογικό, ήρεμη και  γλυκιά μέχρι το θάνατό της, μόλις ξημέρωνε έτρεχε να ανάψει τα καντήλια σ’ όλα τα παρεκκλήσια του χωριού και να παρακαλέσει την Παναγία να ’χει καλά όλου του κόσμου τα παιδιά. Κι ο πατέρας κάθε βράδυ, μεθυσμένος, τραγουδούσε αμανέδες στον καφενέ της γειτονιάς μας…

Η ΑΘΑΝΑΣΙΑ, η Βαγγελιώ και σαν αυτές χιλιάδες άλλες γυναίκες, νεότατες έμειναν μόνες μ’ ένα παιδί στην αγκαλιά για να μετράνε αργότερα τα χρόνια της εξορίας τους και του παιδιού τους εκεί τα πρώτα λόγια. Γιατί δε μίλησε κανένας για τις γυναίκες που έμειναν με το παιδί στην κοιλιά, παλεύοντας τη φτώχεια, το φασισμό, την περιφρόνηση και την ειρωνεία; Ποιος σκέφτηκε ποτέ να μιλήσει για τις εκατοντάδες νέες που το γάμο τους τον θυμούνται σαν ένα άτυχο γεγονός, ή δε θέλουν να τον θυμούνται καθόλου; για τις γυναίκες που από το γάμο τους δεν έμεινε παρά μόνο το όνομα του άντρα και το φορτίο του τίτλου του πρωτοκαπετάνιου από το αντάρτικο; για τις γυναίκες που δεν τους έμεινε ούτε παιδί, άλλα δεν τόλμησαν να παντρευτούν ξανά, όπως εύκολα το ’πραξαν οι άντρες τους, γιατί θα είχαν την κατακραυγή και την περιφρόνηση ακόμα και της μάνας στην επαρχία; Ποιος μίλησε ποτέ για τις άλλες που ισόβια κουβαλούν την πίκρα του χωρισμού, το μόνιμο πονοκέφαλο και την υπέρταση από τότε;

Ο καπετάνιος του Δημοκρατικού στρατού ξαναπαντρεύτηκε και η Αφροδίτη που το ’μαθε στη φυλακή μας είπε: «Δε θα τολμήσει ποτέ να γυρίσει; μαζί με τα παιδιά μου θα τον καταδικάσουμε».

Γιατί δεν ασχολήθηκε ποτέ κανείς με τις μάνες εκείνης της  φριχτής εποχής και την ιστορία μας; Στην τελευταία δικτατορία και προς το τέλος της, παλιό πολιτικό, ηλικιωμένο πια τώρα πολιτικό, τον είχαν στείλει για ένα φεγγάρι που λέμε στη Γυάρο. Εκεί, ανάμεσα στα φοβερά που έζησε, είδε λέει και μεγάλα ποντίκια. Τον καιρό του εμφυλίου και μετά δεν είχε πάρει είδηση ότι υπήρχε η Γυάρος κι ότι εκεί οι κρατούμενοι δεν έβλεπαν μόνο ποντίκια άλλα και το χάρο κάθε μέρα; Τις χαράδρες δεν τις είδε; Δε ρώτησε να μάθει πόσους είχανε θάψει εκεί μέσα, κι ότι αυτοί είχανε μάνες, γυναίκες και παιδιά; Δεν είχε ακούσει για κείνη τη μάνα που έπεσε μπροστά στις ρόδες του αυτοκινήτου του βασιλικού επιτρόπου, για να τον αναγκάσει ν’ ακούσει το σπαραγμό της; «Είναι παιδί ακόμα, φώναζε. Αν τον σκοτώνεις, τότε κι εγώ θα σκοτώσω τα παιδιά σου…»

Άλλος πολιτικός γράφει στο βιβλίο του για την περίοδο της χούντας πως: «ήταν τρομερό να βλέπεις τα παραθυρόφυλλα της βίλας του… να ανοιγοκλείνουν και να χτυπάνε ρημαγμένα». Η ευαισθησία κάποιων πολιτικών πολλές φορές φτάνει ως τα παραθυρόφυλλα αυτών με τα μεγάλα ονόματα. Για την ηρεμία και τη γαλήνη των μικρών παιδιών του εμφυλίου ούτε κουβέντα. Πόσων παιδιών εκείνης της εποχής η προσωπικότητα δε στραπατσαρίστηκε; Κι ούτε κανένας δε μίλησε επίσημα και δε δικαίωσε τις μάνες εκείνες που με ένα υπόμνημα κρυμμένο στον κόρφο τους χτυπούσαν τις πόρτες των παραγόντων, πολιτικών κυρίως, παρακαλώντας για μια υπογραφή διαμαρτυρίας ενάντια στην παράνομη εκτόπιση, φυλάκιση, κι ακόμα χειρότερα στην απειλή εκτέλεσης των παιδιών ή των συζύγων τους…

Ποτέ δε μίλησαν για τις μάνες μας, για τις μάνες της μισής Ελλάδας, περίπου, τότε. Έπρεπε ως τώρα να ‘χαν μάθει οι πολιτικοί μας πως η χώρα μας δεν έδωσε μόνο στην αντίσταση της δικτατορίας ελληνίδες θεές, άλλα στην κάθε αντίσταση αμέτρητες θνητές. Ποιος τις θυμήθηκε ως τώρα;”

 

 

πηγη

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πήγη, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.
loading...