Το πιο γλυκό και αγαπητό πρόσωπο στη ζωή του ανθρώπου η μητέρα, η μαμά, η μάνα ,η μανίτσα, τιμάται από μικρούς και μεγάλους και  από όσους έχουν τη χαρά να βλέπουν και να νιώθουν την αγάπη της μάνας. Η ελληνίδα μάνα, που στην αρχαιότητα ταυτιζόταν με την Γαία, τη μάνα των θεών και των ανθρώπων. Η κόρη της Γαίας, η Ρέα, ήταν η μάνα του Δία ,ενώ η Παναγία στα χριστιανικά χρόνια ήταν η μητέρα του Χριστού και ταυτόχρονα η μάνα όλων των χριστιανών. Είναι ίσως η πιο όμορφη περίοδος, αφού η γονιμότητα της φύσης ταυτίζεται με αυτήν της μάνας και  το χαμόγελο της φύσης με τη χαρά της. Σ’ αυτόν τον  ηλιόλουστο μήνα του χρόνου λοιπόν επιλέχθηκε πολύ εύστοχα να γιορτάζεται η αναμάραντη και ηλιόχαρη  μάνα. Σ’ όλους τους πολιτισμούς του κόσμου η μάνα  ήταν  πάντα το πιο λατρευτό και αγαπητό πρόσωπο. Στους μεσογειακούς και ανατολίτικους πολιτισμούς η παρουσία της και ο ρόλος της ταυτιζόταν  με την ηγέτιδα, την αρχόντισσα , την προστάτιδα, την οικοδέσποινα. Ο ελληνικός Πόντος στις πρώτες του κοινωνικές συγκροτήσεις είχε στο επίκεντρο τη γυναίκα και ιδιαίτερα  τη μητέρα. Η λέξη μάνα ήταν η πιο χρησιμοθηρική  στον ποντιακό πολιτισμό και την ηθογραφία. Σε μια πρόχειρη αναζήτηση διαπιστώνουμε ότι η έννοια της μάνας βρίσκεται παντού σ’ όλες τις πτυχές της ζωής και της φύσης όπως: Πηγή νερού =η μάνα του νερού, το ψωμί υποκοριστικά = μαμάκα, μάνα,  μάνα= η δροσιά του καλοκαιριού. Τα παιδιά την φώναζαν χαϊδευτικά και: μάνικα ή μανάκα. Την δε  μητρότητα στα ποντιακά την έλεγαν μανότε. Στην ποντιακή ηθογραφία η μάνα τραγουδήθηκε και λατρεύτηκε χωρίς επιφυλάξεις και αναστολές. Στις δύσκολες στιγμές ο βασανισμένος λαός μας αναζητούσε τη στοργή της, αναφωνώντας το:  άχ! μάνα,  βάι! μάνα, μανίτσα μ’ ,πού είσαι.! Ακόμα και οι μάνες, που δεν ζουν, έρχονται νοσταλγικά στη θύμηση όλων που καλούν με συγκίνηση το πνεύμα τους να τους φωτίσει και να τους δώσει δύναμη.   Η πόντια μάνα βρέθηκε στο επίκεντρο της γενοκτονίας και του ξεριζωμού του ποντιακού ελληνισμού,  που κάτω από  αφάνταστες στερήσεις προσπάθησε να γεννήσει και να αναθρέψει τα παιδιά της.  Ήταν η μάνα, που  απλόχερα και αγόγγυστα  έδωσε στα παιδιά τους την αφειδώλευτη αγάπη σε κάθε στιγμή και περίσταση. Η ποντιακή πένα περιέγραψε όλα τα ψυχικά της χαρίσματά, μέσα από το  δημοτικό τραγούδι ζωγραφίζοντας με τα πιο όμορφα χρώματα το ψυχικό της μεγαλείο. Ας δούμε κάποιες από αυτές τις περιγραφές: Η μάνα έν γλυκύν κρασίν ,έμνοστον παξιμάδι, πη ‘ πίν ατό ξάι ‘κι μεθά, πη τρώει α’ ‘κι χορτάζει.   Η πιο φιλοσοφημένη περιγραφή, που εκφράζει λιτά την μορφή,  τη μοναδικότητά και το αναντικατάστατο της  είναι η φράση: Η μάνα έν αγέννητος και μίαν γεννισκάται.. Η άδολη και αυθύπαρκτη αγάπη της, η ανοιχτή αγκαλιά στο παιδί ,και ο δοτικότητά της  αποδίδονται με το ποντιακό σοφό: Η μάνα οφίδ’ εγέννεσεν κ’ έτσιξεν ατό… Είναι τέτοια η εκτίμηση προς την μάνα, που ακόμα και η κατάρα της δεν εκλαμβάνεται αρνητικά: Τη μάνας και η κατάρα ευλογία έν… Ακόμα και τα ξεσπάσματα της μάνας, μετά από τα  δεινοπαθήματα ,τις μεγάλες μπόρες  της ζωής και τις έγνοιες εκλαμβάνονται ως αγάπη, γιατί ανοιχτός είναι ο κόρφος της, για να απαλύνει τον πόνο και τις στεναχώριες: Τη μάνας ιμ’ το φαϊν πα έμνοστον έν’, το ξύλον ατς πά έμνοστον. Ήταν τόσες οι θυσίες και οι στερήσεις της πόντιας μάνας, που πάντα έπρεπε να ταΐσει τα παιδιά της και μετά να φάει. Η πολύτεκνη μάνα του Πόντου σαρκάζονταν για την πολυτεκνία της. Η τσούνα π’ εκουταβίαζεν, μαλέζ’ ‘κ’ εχόρτασεν. Η ορφάνια του παιδιού από τη μάνα ήταν τόσο τραγική, που συγκλόνιζε τον κοινωνικό περίγυρο : Το παιδίν ας σην μάναν ορφανίεται,,, Όταν το παιδί ενηλικιωνόταν, τότε έλεγαν τη φράση: μικρά παιδία μικρά βάσανα, τρανά παιδία τρανά βάσανα. Η μάνα υπήρξε πάντα ο πιο κοντινός  και πιστός  φίλος του παιδιού της, γιατί ζούσε και συμμεριζόταν τις ερωτικές ανησυχίες και τα προβλήματα του, ενθαρρύνοντας τον την κατάλληλη στιγμή να γνωρίσει τη ζωή και τον έρωτα: Εμέν η μάνα μ’ είπε ‘μεν, υιέ μ’, γουρπάν ‘ς σα κάλλια σ’, τα έμορφα τα κόρτσοπα ιεύ’νε ‘ς σην εγκάλια σ’. Η σχέση της μάνας με το παιδί ήταν  μια σχέση αμφίσημης  ψυχοσύνθεσης, που σταματούσε μόνο με το θάνατο. Η ποντιακή δημοτική μούσα και ιδιαίτερα η  ακριτική έστησε λατρευτικούς πύργους, που περιγράφουν τον πλούσιο ψυχισμό της. Η μάνα στην ακριτική ποίηση μόλις διαπιστώνει, ότι  ο ακριβοθώρητος υιός της κινδυνεύει από τα σπαθιά των Αγαρηνών, γίνεται θεριό ανήμερο, ζώνεται τ άρματα της σαν άλλη αμαζόνα και ξεχύνεται στον πόλεμο καβάλα πάνω στο μαύρο της  άλογο . Το μητρικό ένστικτο της δίνει μυθική δύναμη και θάρρος προκειμένου να υπερασπίσει το παιδί της ,το γιο της, (το πουλόπον) της. Στο σημείο αυτό  ο λαϊκός ποιητής σ’ ένα μοναδικό ακριτικό άσμα περιγράφει την αντρειοσύνη της,  καθώς επιτίθεται  πάνω στους εχθρούς για να υπερασπιστεί το παιδί της και να μη μαυροφορέσει. Η μάνα του Κωσταντή: Άλλους τρώει ο μαύρος ατς και άλλους το σπαθίν ατς… Εγώ κι αν επολέμεσα, πας κι έν από καρδίας; Αν αποθάνω μαύρεσα πάγω εντρωπεμέντσα. Αν αποθάνω κόκκινος πάγω με την χαρά μου…   Η πιο σπαρακτική εικόνα είναι αυτή, που η πόντια μάνα θρηνεί το παιδί της. Το μοιρολόι της είναι αβάσταχτο καθώς συνοδεύεται από αμίμητες και μοναδικές κινήσεις . Το δακρύβρεχτο μαντήλι της ακολουθεί το ρυθμικό της μοιρολόγι από αριστερά προς τα δεξιά. Χτυπά το στήθος της , τα γόνατα της και το πάτωμα με τις παλάμες. Το θρηνητικό μοιρολόι της μάνας είναι μια μοναδική ομηρική έκφραση πόνου.   Ήλιε μ’, π’ εχπάστες και θα πάς ,παρώρας ‘ς ση στρατίαν; Τη μάνα σ’ ξάι ‘κ’ ερώτεσες; Την κάλη σ’ ‘κ’ εδιατάχτες; Υιέ μ’, αούτ’ η ξενιτιά ‘ς σ’ εσέναν ‘κι ταιριάει ‘σε. Εκεί όσοι επήγανε, κανείς οπίσ’ ‘κ’ εκλώστεν. Τα λόγια της μάνας είναι ψυχικά απαυγάσματα μιας ανεξήγητης δύναμης, που τιμούν τον ελληνικό πολιτισμό : Πουλί μ’, τ’ εσόν την καμονήν και τ’ εσόν την φουρτούναν, να σύρ’ ατο ‘κι σύρκεται, να χάν’ ατό  ‘κι χάται… έλα, αρνόπο μ’ ,κλώστ’ οπίσ’ και ‘ς σην οδό σ’ ας πάγω… Και το αποκορύφωμα της μητρικής αγάπης είναι η  επιθυμία της  να πεθάνει με το παιδί της ικετεύοντας σ’ ένα θαύμα !.. Απανωθύρ’ χαμέλυνον και κατωθύρ’ έλ’ άνθεν και ‘σεις, στυλάρια του σπιτί’, ελάτε κι αρμοθέστεν.. Μη εβγάλλωσι τον Έλλενον ,το νέον παλληκάριν. Για την  γεννήτρα  μάνα όλου του κόσμου  ο σύγχρονος πολιτικός και πολιτισμικός κόσμος, η δικαιοσύνη και οι θεσμοί θα πρέπει να φροντίσουν να απαλύνουν τον πόνο και τον σπαραγμό της δημιουργώντας έναν κόσμο χωρίς πολέμους και ανισότητες .

Πηγή: e-ptolemeos.gr

Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πήγη, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.
loading...