Το πρόσωπο της κοιμωμένης του χαλεπά είναι σμιλεμένο περίτεχνα, δείχνει ήρεμο. Η κοπέλα έχει γείρει στο πλάι, σα να κοιμάται. Είναι ντυμένη για τον ύπνο με το κοριτσίστικο νυχτικό της προσεκτικά κουμπωμένο μέχρι ψηλά στο στέρνο. Τα χέρια της μοιάζουν να είναι ζωντανά ενώ είναι σκεπασμένη με ένα σεντόνι.

Ο γλύπτης Γιαννούλης Χαλεπάς ήταν γόνος οικογένειας φημισμένων μαρμαρογλυπτών από την Τήνο. Ο πατέρας του και ο θείος του είχαν μεγάλη οικογενειακή επιχείρηση μαρμαρογλυπτικής με παραρτήματα στο Βουκουρέστι, την Σμύρνη και τον Πειραιά. Το 1877 άρχισε να δουλεύει το πιο διάσημο γλυπτό του, την Κοιμωμένη για τον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Το επιτύμβιο μνημείο της Σοφής όπως την αποκαλούσαν στο στενό της περιβάλλον παραγγέλθηκε από τον θείο της, ευεργέτη της Κιμώλου. Η κοπέλα πέθανε το 1873 σε ηλικία 18 χρόνων από φυματίωση και πέρασε στην αθανασία χάρη στη σμίλη του Γιαννούλη Χαλεπά.
Το 1875 ο Χαλεπάς ανοίγει εργαστήριο στην Αθήνα και γνωρίζεται με τον έρωτα της ζωής του, τη Μαριγώ. 2 χρόνια μετά όμως υπέστη νευρικό κλονισμό και χωρίς κανέναν προφανή λόγο, άρχισε να καταστρέφει έργα του. Λέγεται οτι ονειρεύτηκε το άγαλμα της κοιμωμένης, πάνω στο οποιο διαπίστωσε οτι είχε κάνει ένα λάθος. Τα πόδια της κοπέλας στο άγαλμα είναι ελαφρώς λυγισμένα. Όταν όμως αυτά τεντωθούν, τότε προεξέχουν απο το κρεβάτι της. Αυτό το «λάθος» του ήταν η αφορμή να βάλει τέρμα στην ζωή του. Νωρίτερα μια μικρή παρατήρηση της μητέρας Αφεντάκη σχετικά με το σχήμα του προσώπου της κόρης της ήταν αρκετή για να εξαγριωθεί ο καλλιτέχνης, σε τέτοιον βαθμό ώστε να καταστρέψει το κεφάλι του αγάλματος με ένα σφυρί και στην συνέχεια να το ξαναφτιάξει.

Σήμερα γνωρίζουμε ότι τα αίτια της ψυχασθένειάς του ήταν η τελειομανία του, η υπερκόπωση από την αδιάκοπη εργασία και ένας ατυχής έρωτας για μία νεαρή συμπατριώτισσά του, που την ζήτησε σε γάμο και οι γονείς της αρνήθηκαν να του την δώσουν. Ωστόσο, εκείνη την εποχή, οι γονείς του Χαλεπά και οι γιατροί δεν μπορούσαν να καταλάβουν τα βαθύτερα αίτια της ψυχασθένειας του νεαρού γλύπτη και έτσι αποφάσισαν να τον κλείσουν στο Δημόσιο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Το 1901, πέθανε ο πατέρας του και έναν χρόνο μετά, η μητέρα του τον πήρε μαζί της στον Πύργο της Τήνου. Όταν πέθανε η μητέρα του το 1916, ο Χαλεπάς είχε ξεκόψει παντελώς από την τέχνη του. Ζούσε πάμφτωχος βοσκώντας πρόβατα και φέροντας το βαρύ στίγμα του τρελού του χωριού.

Το 1923, ο Θωμάς Θωμόπουλος, καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και θαυμαστής του Χαλεπά, αντέγραψε σε γύψο πολλά έργα του γλύπτη για να τα παρουσιάσει στην Ακαδημία Αθηνών το 1925. Η έκθεση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να βραβευθεί ο γλύπτης το 1927 με το Αριστείο των Τεχνών. Το γνήσιο ταλέντο του, αλλά και η φήμη του τρελού γλύπτη που ξαναβρήκε τα λογικά του, τον καθιέρωσαν ως τον «Βαν Γκογκ» των νεοτεριστών καλλιτεχνών. Το 1930 ο γλύπτης αποφάσισε να εγκατασταθεί στην Αθήνα όπου το 1938 άφησε την τελευταία του πνοή στο σπίτι της ανηψιάς του στην οδό Δαφνομήλη 35 κάτω από τον Λυκαβηττό.

Σχόλια

σχόλια

Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πήγη, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.
loading...